Δύο εκθέσεις στη Γερμανία δείχνουν πώς η μυρωδιά αλλάζει τον τρόπο που η τέχνη δημιουργείται, εκτίθεται και βιώνεται.

Η όσφρηση παραμένει η πιο «παραγνωρισμένη» αίσθηση στην ιστορία της τέχνης, σε έναν κόσμο μουσείων ο οποίος έχει μάθει να πριμοδοτεί το βλέμμα.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η οσμή επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Δύο μεγάλες εκθέσεις στη Γερμανία, η «The Secret Power of Scents» στο Kunstpalast του Ντίσελντορφ και η «Madre» της Κολομβιανής μινιμαλίστριας Ντέλσι Μορέλος στο Hamburger Bahnhof του Βερολίνου,  αναδεικνύουν την όσφρηση όχι ως αισθητηριακό συμπλήρωμα, αλλά ως αυτόνομο καλλιτεχνικό και ερμηνευτικό εργαλείο.

Η μυρωδιά δεν είναι ποτέ ουδέτερη

Κανένας εκθεσιακός χώρος δεν είναι οσφρητικά «καθαρός». Τα ίδια τα έργα κουβαλούν τις μυρωδιές των υλικών τους: το λάδι κινητήρα στη θρυλική εγκατάσταση «20:50» του Ρίτσαρντ Γουίλσον, τα λουλούδια που σαπίζουν στο preserve ‘beauty της Άνια Γκαλάτσιο, ακόμη και το χαρακτηριστικό άρωμα φρεσκοζωγραφισμένων ελαιογραφιών. Παρ’ όλα αυτά, για αιώνες τα μουσεία επιδίωξαν την αποστείρωση της εμπειρίας, συνδέοντας την τέχνη με μια ηθικοποιημένη, αποστασιοποιημένη παρατήρηση.

Η ιστορία, όμως, δεν ήταν πάντα έτσι. Στα ευρωπαϊκά cabinets of curiosities του 16ου αιώνα, η ολιστική εμπειρία, ακόμη και η όσφρηση ή η γεύση, θεωρούνταν αποδεκτή. Μόνο αργότερα, με τα μουσεία του Διαφωτισμού, η όσφρηση εκδιώχθηκε στο περιθώριο, συχνά και για πρακτικούς λόγους συντήρησης. Σήμερα, αυτή η ιεραρχία των αισθήσεων επανεξετάζεται.

Η «μυστική δύναμη» των αρωμάτων στο Ντίσελντορφ

Στο Kunstpalast του Ντίσελντορφ, η έκθεση «The Secret Power of Scents», που συνεχίζεται μέχρι τις 8 Μαρτίου, επαναπλαισιώνει τη μόνιμη συλλογή του μουσείου μέσα από τη μυρωδιά. Εκατοντάδες αντικείμενα, από μεσαιωνικές λειψανοθήκες και γλυπτά του Χριστού μέχρι έργα των Ερνστ Κίρχνερ, Κόνρναντ Κλάφεκ, φωτογραφίες του Ίντγουιρντ Μέιμπριτζ και την εμβληματική καρέκλα «Club Chair B3» (1927) του Μαρσέλ Μπρόιερ, συνοδεύονται από ειδικά σχεδιασμένα αρώματα.

Διάχυτοι στον χώρο και οι 27 «σταθμοί όσφρησης» που προσκαλούν τον επισκέπτη σε ένα είδος αισθητηριακού ταξιδιού.

Ο επιμελητής Ρόμπερτ Μίλερ- Γκρίνοβ αντιμετωπίζει τη μυρωδιά ως πολιτισμική πληροφορία. Όταν πάψει να λειτουργεί ως διακόσμηση και αναγνωριστεί ως φορέας νοήματος, ανοίγει, όπως υποστηρίζει, νέους τρόπους κατανόησης: από την παθητική θέαση περνάμε σε μια ενσώματη γνώση, συχνά πιο άμεση και συναισθηματική από το κείμενο ή την εικόνα.

Ρητίνες και ξύλα από τελετουργίες, μύρο ως σύμβολο προσευχής, πεύκο, γιασεμί, ακόμη και το γνώριμο άρωμα της Coca-Cola γεμίζουν τις αίθουσες. Άλλοτε έντονα, άλλοτε διακριτικά, τα αρώματα λειτουργούν σαν αόρατα εκθέματα.

© Anne Orthen

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ενότητα «The Smell of Memory – Scent and Identity in the GDR», αφιερωμένη στη συλλογική μνήμη της Ανατολικής Γερμανίας. Η μυρωδιά των δίχρονων κινητήρων των Trabant, η κρέμα Florena που υπήρχε σχεδόν σε κάθε σπίτι, τα καθαριστικά για τα λινόλαια των πολυκατοικιών: η Ιστορία γίνεται αναπνεύσιμη. Το σώμα μετατρέπεται ξανά σε ενεργό εργαλείο ερμηνείας.

Η γη που αναπνέεις στο Hamburger Bahnhof

Ντέλσι Μορέλος, «Madre» (2025), λεπτομέρεια.

Η στενή σχέση μυρωδιάς και μνήμης έχει νευροβιολογική βάση: ο οσφρητικός βολβός συνδέεται άμεσα με την αμυγδαλή και τον ιππόκαμπο, τα κέντρα του συναισθήματος και της μνήμης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άντι Γουόρχολ έγραφε πως άλλαζε άρωμα για να «σφραγίσει» συγκεκριμένες περιόδους της ζωής του.

Αυτή τη δύναμη επιστρατεύει με διαφορετικό τρόπο η Ντέλσι Μορέλος στο Βερολίνο.

Στην έκθεση «Madre», που συνεχίζεται μέχρι τις 25 Ιανουαρίου 2026, η Κολομβιανή εικαστικός παρουσιάζει μια μνημειακή, σχεδόν αρχιτεκτονική κατασκευή από συμπιεσμένο χώμα, μέσα στην οποία ο επισκέπτης μπορεί να εισέλθει. Σαν σπίτι, σαν μήτρα. Υλικά όπως άχυρο, κανέλα, γαρύφαλλο, φαγόπυρο, καπνός και μέλι γεμίζουν τον αέρα με ένα γλυκόπικρο, γήινο άρωμα που σε διαπερνά.

Το έργο συνομιλεί με γλυπτά του Γιόζεφ Μπόις που εκτίθενται στον ίδιο χώρο. Η χρήση του μελιού παραπέμπει άμεσα στη σκέψη του Μπόις για τις μέλισσες ως κοινωνικοπολιτικά όντα και το μέλι ως μεταφορά δημιουργικής ενέργειας. Η Μορέλος, ωστόσο, επεκτείνει αυτή τη συμβολική γλώσσα προς μια κοσμολογία της γης, της μητρότητας και της μνήμης του τόπου.

Ντέλσι Μορέλος, «Madre» (2025) & Γιόζεφ Μπόις «Straßenbahnhaltestelle. A Monument to the Future» (2η έκδοση-1976). © Κρατικά Μουσεία Βερολίνου, Εθνική Πινακοθήκη/ Jacopo La Forgia.

Όπως επισημαίνει η επιμελήτρια Κάθριν Νίκολς, η όσφρηση εδώ ανακαλεί τη σωματική οικειότητα με το έδαφος: το άγγιγμα του χώματος, τη συγκομιδή, τη σχέση με τη φύση. Το έργο παύει να είναι ένα «αντικείμενο» και γίνεται μέρος ενός ευρύτερου οικολογικού και ιστορικού πλαισίου, όπου έννοιες όπως το πένθος, η ανανέωση ή η αποικιακή εκμετάλλευση βιώνονται σωματικά.

Προς ένα πιο αισθητηριακό μουσείο

Από την έκθεση «The Power of Scents». © Andreas Endermann.

Και στις δύο εκθέσεις, η μετατόπιση από το καθαρά εγκεφαλικό στο ενσώματο είναι καθοριστική. Η όσφρηση δεν προσφέρει απλώς μια νέα εμπειρία, αλλά αμφισβητεί τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο τα μουσεία παράγουν και μεταδίδουν γνώση. Αν η αποαποικιοποίηση του μουσείου σημαίνει επαναπροσδιορισμό του τι θεωρούμε γνώση και για ποιον, τότε έργα που ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις δημιουργούν τις συνθήκες ώστε αυτή η επανεξέταση να γίνει απτή.

Ίσως, τελικά, η μυρωδιά να είναι πράγματι το επόμενο μεγάλο πεδίο της τέχνης. Όχι επειδή αντικαθιστά την εικόνα, αλλά επειδή υπενθυμίζει ότι η τέχνη, πριν απ’ όλα, βιώνεται με ολόκληρο το σώμα.

Με πληροφορίες από το news.artnet.com