Η κλωστή στην οποία περπατούσε ο ηθοποιός, Νίκος Σεργιανόπουλος, ήταν πάντοτε, από τα παιδικά του χρόνια, μόνιμα τσιτωμένη. Λίγο δεξιά να έκανε, λίγο αριστερά, και θα έπεφτε. Τελικά, συνέβη. Με την δολοφονία του, με 21 μαχαιριές, πριν από 15 χρόνια, στις 4 Ιουνίου 2008. Σαν προδιαγεγραμμένη μοίρα ή σαν επικίνδυνη πορεία που, πρώτος αυτός, γνώριζε απ’ την αρχή το τέλος της.

Flash back, λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του. Ο Νίκος είχε λίγο καιρό πριν αφεθεί ελεύθερος μετά την περιπέτειά του με τα ναρκωτικά -τη σύλληψή του, το βράδυ της Κυριακής 2 Δεκεμβρίου 2007, στο κέντρο της Αθήνας, για κατοχή περίπου 35 γραμμαρίων κοκαΐνης-, για να ακολουθήσουν τα δεικτικά εξώφυλλα κατακρεούργησης, η αδηφάγος κριτική, η τηλεοπτική του διαπόμπευση. Τον είχα συναντήσει, θυμάμαι, στο Κολωνάκι, ένα μεσημέρι Τρίτης. Ήρεμος, φωνή χαμηλή -όσο που να ακούγεται- λίγο νευρικός, περισσότερο αμήχανος, βαθιά μελαγχολικός, ελάχιστα αφηρημένος. «Εγώ δεν κρύφτηκα ποτέ μου!», μου είχε πει, «είμαι απόλυτα ειλικρινής. Απλώς, αισθάνομαι λίγο περίεργα». Κλειστός στον εαυτό του, δεν μιλούσε πολύ, απομονωνόταν ξαφνικά, κάτι «σκοτεινό» υπήρχε μέσα του, κάτι που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει· αλλά, υπήρχε. Κι ύστερα, η είδηση για τις 21 μαχαιριές, τον «αλλοδαπό δράστη» που τον σκότωσε στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι, την «κρυφή» ζωή του ειδώλου, τον συγκλονισμό του κοινού, το οριστικό τέλος. «Τι με φοβίζει;», αναρωτιόταν. «Πολλά. Έχω πολλές ανασφάλειες. Μετά τα τελευταία γεγονότα γύρισα και είπα στην αδελφή μου: “Βρε Έφη, τρία πράγματα φοβόμουν πάντα: Το θάνατο, τη μοναξιά και την φυλακή. Μου φαίνεται ότι θα τα λουστώ όλα!”». Σαν να γνώριζε; Σαν προφητεία; Μπορεί. Πάντως, ήξερε.

Το «κλειδί», λένε, σε ιστορίες ανθρώπων σαν αυτής του Νίκου, είναι η παιδική ηλικία, η σχέση με τους γονείς, αυτά που έζησε ένας άνθρωπος και τα κουβαλάει σαν υποθήκη στη ψυχή του – ή σαν το κουτί της Πανδώρας που θα ανοίξει και θα ξετυλίξει σαν καλά φυλαγμένο δώρο τα τραύματα. Οι περιγραφές του, παλιά, για τα παιδικά του χρόνια έμοιαζαν «ιδανικές», σαν εικόνες από παραμύθι στη Disneyland (όχι της Neverland που ακολούθησε), αν και, επί της ουσίας, δεν ήταν. Σε ανύποπτο χρόνο μου περιέγραφε σκηνές με τον ίδιο και τους φίλους του να παίζουν μπέιζμπολ (ο καλύτερος του φίλος είχε παραγγείλει από την Αμερική ρόπαλα για να κάνουν εντύπωση στα υπόλοιπα παιδιά) και, ενδιάμεσα, διάβαζε λίγο ή οργάνωνε παραστάσεις στην αυλή του σπιτιού του. Ξαφνικό, δικό του, flash back. «Ήμουνα -και είμαι- κλειστός χαρακτήρας, έπρεπε πάντα κάποιος να με προσέχει. Κρυφά ήθελα να γίνω ηθοποιός, αλλά δεν το έλεγα πουθενά, φοβόμουνα. Η μητέρα μου ήταν πολύ αυστηρή, τον πατέρα μου δεν τον ήξερα πολύ καλά. Θυμάμαι όταν πηγαίναμε σε σπίτια που άλλα παιδιά έπαιζαν, η μητέρα μου ήθελε να είμαι σοβαρός. Περνούσε το τόπι κάτω από τα πόδια μου και εγώ την κοίταζα, αν μπορούσα να το πιάσω, αν μπορούσα να παίξω. Ήταν πολύ θυμωμένη που έγινα ηθοποιός!».

Ο Νίκος είχε έναν παράξενο τρόπο να λέει τα πιο σοβαρά -ή και τραγικά- πράγματα με εντελώς αστείο ύφος, να γελάει μ’ αυτά, αλλά να καταλαβαίνεις την δραματικότητα των λέξεων, την εξήγηση σε πολλά από αυτά που του συνέβαιναν – σαν επικίνδυνη «τρύπα» στην καρδιά από την παιδική του ηλικία που, από όλα αυτά, τελικά σε παράσερνε να πας αλλού, να αυτοσαρκαστείς μαζί του. Ήταν περίπου όπως όταν υποδυόταν ρόλους που έβγαζαν γέλιο με σοβαρότητα. «Η μάνα μου, μου έλεγε πάντα “είσαι άχρηστος, δεν θα καταφέρεις τίποτα στη ζωή σου!”, μέχρι που το πίστεψα. Τώρα, καμιά φορά, με ρωτάει “με συγχωρείς;”. Και της λέω: “Έλα ρε μάνα, τι είναι αυτά τώρα; Μάνα μου είσαι…”. Μικρός, έτρωγα πολύ ξύλο από τη μάνα μου επειδή το έσκαγα από το παράθυρο, για να πάω να βρω τους φίλους μου. Ήξερα ότι γυρίζοντας θα τις έτρωγα, αλλά δεν με ένοιαζε. Από μικρό παιδί. Ήξερα ότι θα καώ, αλλά έβαζα τα χέρια μου στη φωτιά. Ο πατέρας μου; Ήταν σαν να μην υπήρχε. Δεν είχα καμία ιδιαίτερη σχέση μαζί του, ήμασταν δύο ξένοι».

Ο Νίκος οργάνωνε από νωρίς την φυγή του από τη Δράμα, εκεί όπου γεννήθηκε το 1952. Στα 18 του έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο, έγινε δεκτός, αλλά δεν είχε χρήματα για να μείνει στην Αθήνα. Τον επόμενο χρόνο, στα 19 του, πέρασε στην σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας, στη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα έμενε μέχρι το 1990, τον περισσότερο καιρό στην τότε σχέση του ή σε σπίτια φίλων. Την ίδια περίοδο κάνει έναν αρραβώνα – μετά από 8 χρόνια, στα 26 του, και ένα βήμα πριν από το γάμο, η σχέση αυτή διαλύεται. «Κανονικά, τόσο που έχω ταλαιπωρήσει τον εαυτό μου με τις καταχρήσεις, θα έπρεπε ο χρόνος να μην είναι τόσο καλός μαζί μου», είχε πει τρεις μήνες πριν από την δολοφονία του, σε συνέντευξή του. «Τρέμω τη στιγμή που θα σταματήσουν να με επιλέγουν για ρόλους ζεν πρεμιέ. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Γιατί, όταν γερνάς, φτάνεις πιο κοντά στο τέλος και στο θάνατο, και αυτό δεν το θέλει κανένας. Είχα διαβάσει κάπου μία ατάκα της Bette Davis, που είχε πει ότι “γινόμαστε ηθοποιοί, γιατί δεν πολυσυμπαθούμε τους εαυτούς μας”. Μου άρεσε αυτή η εξήγηση…». Μοιάζει σχεδόν αστείο, αλλά είναι η αλήθεια: Ο Νίκος, για πέντε-έξι χρόνια σερί, ήταν εκείνος που επέλεγαν τα περιοδικά να βρίσκεται στην τριάδα των «πιο σέξι ηθοποιών της Ελλάδας», μαζί με τον Αλέξη Γεωργούλη και τον Κώστα Σόμμερ. Του φαινόταν παράξενο, τον κολάκευε μεν, αλλά ήταν για εκείνον πολύ περίεργο. Γιατί ο ίδιος ήθελε απλώς να παίζει ρόλους στο θέατρο και στο σινεμά. Τίποτε άλλο. Και ίσως, ενδιάμεσα, να ζει.

Στη Θεσσαλονίκη, φοιτητής ακόμη, είχε ιδρύσει μαζί με φίλους του την Πειραματική Σκηνή Τέχνης, την πιο εναλλακτική σκηνή της πόλης. Το 1990, τον είχε δει ο σκηνοθέτης, Νίκος Κουτελιδάκης, στο ρόλο του Ιάσωνα, στη «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά, και του προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη σειρά που θα ξεκινούσε τότε στο Mega, το «Άφρικα». Τον πρώτο του τηλεοπτικό. «Εκείνη την περίοδο έκανα την χειρότερη ερμηνεία της ζωής μου», μου είχε πει. «Έβαλα τα δυνατά μου, αλλά ήμουν πολύ κακός. Εκεί, ο Βουτσινάς, έβγαλε για μένα το εξής συμπέρασμα: “Για να μπορεί να είναι τόσο κακός, μπορεί να είναι και καλός”. Πράγμα που είναι μια ωραία μεταφορά για τη ζωή, ότι δηλαδή πάντα τα άκρα συναντιούνται…». Κι ύστερα ήρθε η μεγάλη δημοσιότητα, οι συνεντεύξεις, τα εξώφυλλα, οι απανωτές τηλεοπτικές επιτυχίες – ο Νίκος παρέμενε, ωστόσο, ένας άνδρας πολύ γοητευτικός, λίγο μυστήριος, πολύ dark, περισσότερο εσωστρεφής, αρκετά ποιητικός, λίγο… «ξένος». Με δαίμονες, με λάθη, με αμαρτίες, με πάθη, με εξαρτήσεις, με μια ζωή στα άκρα. «Τι θα πει “είμαι πρότυπο;”», αναρωτιόταν τότε που τον είχαν συλλάβει για κατοχή ναρκωτικών, έξι μόλις μήνες πριν τη δολοφονία του – εκείνο το Καλοκαίρι του 2008 που προγραμμάτιζε να το περάσει στην αγαπημένη του Θάσο, κάνοντας κάμπινγκ. «Δεν θέλω, βρε αδελφέ, να είμαι πρότυπο! Θέλω να είμαι καλός ηθοποιός και να κρίνομαι μόνο από αυτό. Θέλω να είμαι ο Νίκος. Με τα κουσούρια, τις αλητείες, τις αδυναμίες μου. Από μικρός είχα μάθει ότι δεν μπορείς να βασίζεσαι στους άλλους για τη δική σου ευτυχία. Κι ίσως όλα έγιναν για να μου υπενθυμίσουν ότι υπάρχει ένα όριο. Εγώ το είχα ξεπεράσει και οδηγούσα τον εαυτό μου στην καταστροφή. Κολύμπησα στο σκοτάδι – τώρα ήρθε η ώρα να βγω στο φως…».

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 4.6.2023