Με μια ιστορία που ενώνει το θέατρο, την ποίηση και τη βαθιά ανθρώπινη συγκίνηση, το θρυλικό Γεωργιανό Θέατρο Μαριονέτας Γκαμπριάτζε έρχεται για πρώτη φορά στην Κύπρο, φέρνοντας μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο μνήμης, χιούμορ και τρυφερότητας.
Με αφορμή την περιοδεία στην Κύπρο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης Λέο Γκαμπριάτζε, συνεχίζοντας το όραμα του πατέρα του, του σπουδαίου Ρέζο Γκαμπριάτζε, μεταφέρει στη σκηνή τη «φωτεινή μελαγχολία» που καθόρισε το μοναδικό αυτό θέατρο. Μιλά για την ευθύνη της συνέχειας, για τη δύναμη των μικρών ιστοριών, και για το πώς οι μαριονέτες μπορούν να πουν τις πιο αληθινές ανθρώπινες ιστορίες.
–Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή του «Αλφρέντο και Βιολέττα» στη σκηνή, αυτή τη φορά μέσα από το δικό σας σκηνοθετικό βλέμμα; Το «Αλφρέντο και Βιολέττα» ήταν η πρώτη παράσταση που ανέβηκε το 1981 στο νεοσύστατο τότε Θέατρο Γκαμπριάτζε και παρέμεινε στο ρεπερτόριο μόλις για 3-4 χρόνια. Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, όταν αποφάσισα να την επαναφέρω, ζήτησα από τον πατέρα μου να αποκαταστήσει το έργο, να διευρύνει τη δραματουργική του κλίμακα και να μεταφέρει τη δράση στη δεκαετία του ’90, την περίοδο της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο μεγάλων ανατροπών ξεδιπλώνεται η μοίρα των ηρώων μας. Στη δική μας παράσταση, η διάσημη ιστορία αγάπης του Δουμά και του Βέρντι τοποθετείται στη Γεωργία, πίσω από το κτήριο του Κοινοβουλίου, στην οδό Σεβτσένκο. Για μένα, είναι μια βαθιά προσωπική παράσταση, καθώς όπως ο Αλφρέντο έτσι κι εγώ έφυγα από την πατρίδα μου για σπουδές στο εξωτερικό σε μία περίοδο πολέμου και μπόρεσα να επιστρέψω ύστερα από 20-25 χρόνια.
–Το «Φθινόπωρο της Άνοιξής μου» είναι αφιερωμένο στη μνήμη της προγιαγιάς σας. Πόσο καθοριστική υπήρξε αυτή η μορφή, στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής ευαισθησίας του πατέρα σας και της δικής σας; Πιστεύω ότι η γιαγιά έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στη διαμόρφωση κάθε ανθρώπου. Όχι μόνο στη διαμόρφωση μιας καλλιτεχνικής ψυχής, αλλά και στον σχηματισμό του ανθρώπινου και ηθικού χαρακτήρα, στην ανάπτυξη της συμπόνιας και της ενσυναίσθησης. Ο Ρέζο τόνιζε πάντα τη βαθιά επιρροή της γιαγιάς του στο έργο του. Εκείνη ήταν η πηγή παρηγοριάς και αγάπης στην παιδική του ηλικία και η πηγή έμπνευσης σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Όπως έλεγε ο ίδιος, αφηγούμενος τις δικές του ιστορίες, συνέχιζε στην ουσία να αφηγείται την ιστορία της γιαγιάς του. Γι’ αυτό και αφιέρωσε το έργο σ’ εκείνη.
–Η ιστορία του μικρού «πουλιού», του Μπόρις Γκαντάι, εκτυλίσσεται στο μεταπολεμικό Κουτάισι. Πώς μια τόσο προσωπική αφήγηση μετατρέπεται σε καθολική εμπειρία για το σημερινό κοινό; Ο χαρακτήρας του Μπόρια στο «Φθινόπωρο της Άνοιξής μου» είναι μια κλασική ιστορία τύπου «Breaking Bad», παρόμοια με εκείνη της αμερικανικής ταινίας του 1939 «The Roaring Twenties», όπου συμπονάς τον ήρωα και παρακολουθείς την ηθική του κατάρρευση. Πρόκειται για μια διαχρονική αφηγηματική φόρμα, την οποία ο Ρέζο παρουσίασε με τη χαρακτηριστική του ενσυναίσθηση. Η ιστορία βασίζεται σε μια μόνιμη, οικουμενική ανθρώπινη σύγκρουση: οικογένεια, αγάπη, αγώνας για επιβίωση, έγκλημα και βασανιστική ενοχή. Είναι αδύνατο να μη νιώσεις συμπόνια για τη μοίρα αυτού του «πουλιού» που ήθελε το καλό, αλλά παγιδεύτηκε στη δίνη του εγκλήματος.

–Τι μπορεί να περιμένει ένας θεατής που δεν γνωρίζει τον κόσμο του Θεάτρου Γκαμπριάτζε; Καταρχάς, θέλω να πω ότι το θέατρό μας έρχεται στην Κύπρο για πρώτη φορά και είμαστε πραγματικά πολύ χαρούμενοι για την ευκαιρία να συναντήσουμε το κοινό εδώ. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά και το VF Foundation για τη σημαντική στήριξή του. Ο Ρέζο δημιούργησε έναν ποιητικό κόσμο γεμάτο αγάπη και ζεστασιά, με δικούς του νόμους, όπου ο «μικρός» και αδικημένος ήρωας, αγωνίζεται απέναντι στη σκληρότητα της ζωής και, παρά τις δοκιμασίες, διατηρεί την καλοσύνη και την καθαρότητα της καρδιάς του. Στον κόσμο του Ρέζο, η λύπη πάντα συνυπάρχει με το χιούμορ. Αυτός ο κόσμος προσφέρει ελπίδα και επιτρέπει στο κοινό να συγχωρεί τις αδυναμίες των ηρώων, αλλά και τις δικές του. Ο Ρέζο ήταν πάντα επιεικής με τους χαρακτήρες του, μια μέθοδος που συνεχίζουμε κι εμείς.
–Πώς δουλεύετε με τις κούκλες ώστε να αποδώσετε τόσο έντονα και βαθιά τα ανθρώπινα συναισθήματα; Όλα ξεκινούν από το σκίτσο της κούκλας, το οποίο ήδη φέρει έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα. Έπειτα η κούκλα γεννιέται στο ξύλο, κουβαλώντας αυτόν ακριβώς τον χαρακτήρα. Τα ρούχα, οι κινήσεις, ακόμη και το μέγεθός της, υπακούν σε αυτή την αρχική σύλληψη. Στο δραματικό θέατρο σπάνια ξεχνάς ότι πίσω από τον ρόλο υπάρχει ένας ηθοποιός. Εγώ εμπιστεύομαι περισσότερο τις κούκλες. Δεν έχουν άλλη ζωή, δεν είμαι φίλος τους, δεν ξέρω τα μυστικά τους. Δεν έχουν άλλο πρόσωπο πέρα από αυτό που τους χάρισε ο δημιουργός τους. Στο κουκλοθέατρο, από την πρώτη σκηνή αποδέχεσαι ότι αυτό που βλέπεις δεν είναι ηθοποιός αλλά κούκλα και μπαίνεις ολοκληρωτικά στον κόσμο της.
–Πότε νιώσατε για πρώτη φορά ότι θέλετε να συνεχίσετε ενεργά την κληρονομιά του Θεάτρου Γκαμπριάτζε; Ήμουν 11 ετών όταν ο Ρέζο εγκατέλειψε τον κινηματογράφο και αποφάσισε να δημιουργήσει έναν μικρό κόσμο όπου θα μπορούσε να ζωντανέψει τις δικές του ιστορίες. Μεγάλωσα ουσιαστικά σε κινηματογραφικά πλατό, συχνά στο πλευρό του. Όταν ενηλικιώθηκα, κατάλαβα την αξία αυτού του κόσμου και θέλησα κι εγώ να συνεχίσω το έργο του. Τα τελευταία 15 χρόνια δουλέψαμε μαζί, και μέσα από αυτή τη διαδικασία με επέστρεψε στο «σπίτι» που είχε δημιουργήσει, έναν χώρο καλοσύνης και ζεστασιάς, χωρίς κυνισμό. Στην οικογένειά μας, άλλωστε, το θέατρο δεν τελείωνε ποτέ, η δουλειά συνεχιζόταν και στο σπίτι και η ζωή μας ήταν, με έναν τρόπο, θέατρο.
-Ποια πτυχή του πνεύματος του πατέρα σας θεωρείτε ότι παραμένει πιο ζωντανή στο έργο του σήμερα; Οι αγαπημένοι χαρακτήρες του, οι διάλογοι που μεταφέρουν με καθαρότητα το πνεύμα και τις ιδέες του, το ποιητικό του βλέμμα και, ίσως πάνω απ’ όλα, εκείνη η φωτεινή μελαγχολία που παραμένει μετά τη συνάντηση με την τέχνη του Ρέζο.

–Υπάρχει κάτι που τολμήσατε καλλιτεχνικά και ο πατέρας σας ίσως να μην επέλεγε; Σχεδόν τα πάντα. Ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός και είχε ξεκάθαρες απόψεις για όλα. Τα γνωρίζω αυτά, αλλά ως διαφορετικός άνθρωπος κάνω τα πράγματα με τον δικό μου τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, έχω πάντα στο μυαλό μου ένα πράγμα: να μην κάνω ποτέ κάτι που θα στενοχωρούσε τον Ρέζο, όπως έκανε κι αυτός.
–Το 2014 σκηνοθετήσατε το Unfriended, μια ταινία που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Μετά απ’ αυτό, ωστόσο, σταδιακά αποστασιοποιηθήκατε από τον κινηματογράφο. Σύμπτωση ή συνειδητή επιλογή; Ο κόσμος του κινηματογράφου είναι πολύ πιο αγχώδης και θορυβώδης από εκείνον του θεάτρου. Επιπλέον, η κινηματογραφική βιομηχανία βρίσκεται σήμερα σε μια φάση έντονης αναζήτησης και μεταμόρφωσης και πιθανότατα σύντομα θα αναγεννηθεί, με άλλη μορφή. Το θέατρο μου προσφέρει περισσότερη εσωτερική γαλήνη και δημιουργική ελευθερία. Εδώ μπορείς να σκεφτείς πιο ήρεμα. Ο κινηματογράφος ήταν ένα μεγάλο σχολείο για μένα, αλλά τώρα, όπως θα έλεγε και ο πατέρας μου, έχω αγκυροβολήσει στο αρχικό μου λιμάνι.
- INFO Παραστάσεις Θεάτρου Μαριονέτας Γκαμπριάτζε, «Αλφρέντο και Βιολέττα», Λεμεσός, Θέατρο Ριάλτο, 30/1 7μ.μ., 31/1 & 1/2 4μ.μ. & 7μ.μ. «Το φθινόπωρο της άνοιξής μου», Θέατρο Παλλάς, Λευκωσία, 3 & 4 Φεβρουαρίου, 7μ.μ. SoldOut Tickets
* Οι παραστάσεις πραγματοποιούνται με τη στήριξη του VF Foundation, μιας διεθνούς πλατφόρμας τέχνης στην Κύπρο.
Ελεύθερα, 25.1.2026