Ο Γιάννης Αγγελάκας δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις και μια συνομιλία μαζί του είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα.
Με την ευκαιρία της επερχόμενης μουσικής του παράστασης στη Λευκωσία, στήσαμε στον τοίχο τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα για να τη διαπεράσει με τα αιχμηρά του βέλη. Παρά το ότι η δημόσια περσόνα του έχει συνδεθεί με τη 15χρονη παρουσία του στις Τρύπες, είναι ένας δημιουργός που δεν δίστασε να πειραματιστεί, να ανατρέψει και ν’ αμφισβητήσει καθεστηκυίες φόρμες της μουσικής, διατηρώντας ταυτόχρονα μια θαυμαστή καλλιτεχνική συνέπεια. Γνήσιος άνθρωπος και πνευματικός εργάτης, με άποψη και αρχές, δεν υιοθέτησε ποτέ το ύφος του ροκ σταρ και δεν μάσησε ποτέ τα λόγια του. Θα το διαπιστώσετε και στη συνέντευξη που ακολουθεί.
– Με ποια λέξη θα περιέγραφες την κατάσταση που βιώνουν ψυχολογικά οι Έλληνες σήμερα; Κατάθλιψη. Όλη αυτή η συζήτηση για την κρίση και τη φτώχια τούς έχει ρίξει ψυχολογικά. Η κατάθλιψη, ωστόσο, σίγουρα δεν είναι ό,τι καλύτερο, ούτε η μοιρολατρία.
– Υπάρχει περίπτωση η κατάθλιψη αυτή να μετατραπεί σε οργή; Διερχόμαστε μια εποχή αμηχανίας. Κάπου θα βγάλει αυτό, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι θα μετατραπεί σε οργή. Δεν πιστεύω ακριβώς στη βία και την εκτόνωση, νομίζω ότι ο κόσμος θα μπορούσε να γίνει πιο συνειδητοποιημένος κοινωνικά. Ήμασταν πάντα και λίγο ατομιστές και γι’ αυτό τραβάμε αυτά που τραβάμε. Καθένας σκεφτόταν όλα αυτά τα χρόνια πώς θα τακτοποιήσει τον μικρόκοσμό του, νομίζοντας ότι μπορεί έτσι η κοινωνία να προχωρήσει. Φυσιολογικά, όμως, προέκυψαν αυτά τα αδιέξοδα, τα πολιτικά, κοινωνικά και αισθητικά. Εγώ είμαι αισιόδοξος. Από την άποψη ότι αυτή η δυσκολία ίσως θέσει ορισμένα αδρανοποιημένα μυαλά σε λειτουργία. Ίσως ο καθένας σιγά-σιγά συνειδητοποιήσει ότι είναι απαραίτητο να δουλέψει η κοινωνία με βάση μέλη που να νοιάζονται για το σύνολο κι όχι πώς θα τακτοποιήσει ο βουλευτής το παιδί του, ή πώς θα εξασφαλίσει ακόμη ένα δάνειο για αμάξι. Οι αξίες στις οποίες είχαν στηριχθεί οι περισσότεροι όλα αυτά τα χρόνια καταρρέουν, αποδείχτηκε πως ήταν σάπιες.
– Πιστεύεις ότι έχουν πράγματι καταρρεύσει; Τουλάχιστον είναι μια ευκαιρία να καταρρεύσουν. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούν πλέον να πάρουν με την ίδια ευκολία δάνειο από τις τράπεζες, ούτε έχουν οικονομική άνεση, η εποχή της ψευδοευμάρειας τελείωσε, τους τα μάζεψαν όλα. Πού θα πάει αυτή η ιστορία; Περιμένω μια αφύπνιση. Δεν ξαφνιάζομαι, το περίμενα ότι θα συμβεί κι όχι μόνο εγώ. Άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφομαι, με τους οποίους παλεύαμε για μια αισθητική κι έχουμε μια δημιουργική ένταση, τα λέγαμε, δεν μας έδιναν σημασία, αλλά δεν πειράζει. Τώρα κάποιοι σιγά-σιγά ανακαλύπτουν πως αυτά που λέγαμε δεν ήταν τελικά και τόσο υπερβολικά.

– Τι φταίει και πώς μπορεί να διορθωθεί; Έχει μια τάση ο άνθρωπος, όταν βολεύεται πρόσκαιρα οικονομικά, να «βολεύεται» και πνευματικά και γενικώς να φυτοζωεί από πνευματικής άποψης. Η ύλη πάντοτε τον περισσότερο κόσμο τον παγιδεύει σε κοινωνική απάθεια και αδράνεια. Δεν μου αρέσει αυτή η ατμόσφαιρα κατάθλιψης που υπάρχει. Προτιμώ την οργή από την κατάθλιψη, χωρίς να εννοώ ότι η οργή είναι λύση. Η λύση είναι να προκύψει ένα μαζικό κοινωνικό αίτημα, να απαιτήσουμε καλύτερη ζωή, όχι μόνο από υλικής άποψης, αλλά απ’ όλες τις απόψεις.
– Τι σ’ ενοχλεί περισσότερο γύρω σου; Αυτό που μ’ ενοχλεί και μέσα μου: η ανθρώπινη βλακεία. Η δικιά μου και των άλλων. Εθελοτυφλούμε και δεν βλέπουμε την ουσία, τι πρέπει να κάνουμε για να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Υποψιάζομαι ότι θα περάσουμε από πολλά βάσανα ακόμη μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πόσο ανόητοι υπήρξαμε. Κάποτε θα το καταλάβουμε. Μπορεί να χρειαστεί και 1000 χρόνια. Υπομονή.
– O καλλιτέχνης δεν βρίσκεται σε άμεση αλληλεπίδραση με τον περίγυρό του; Όσο να ’ναι βρίσκεται. Πιο σημαντικό, όμως, είναι το πώς επιλέγει να διαλεχθεί με το κοινωνικό πλαίσιο. Αυτή την εποχή, ας πούμε, θα μ’ ενδιάφερε να κάνω πιο χαρούμενα τραγούδια. Όχι επειδή πουλάει η ελπιδολογία και η χαζοχαρά, αλλά για να δώσουμε κουράγιο, να περάσουμε ένα αισιόδοξο μήνυμα, ότι δεν τελειώσαμε, αλλά τώρα αρχίζουμε.
– Σ’ ένα υποτιθέμενο ιδανικό περιβάλλον, όπου όλα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, πού θα τοποθετούσες τον εαυτό σου ως καλλιτέχνη; Μα δεν υπάρχει ποτέ κάτι ιδανικό, κάτι απόλυτο. Πάντοτε τα πράγματα προχωράνε κι ο άνθρωπος εξελίσσεται μέσα από διάφορες περιπέτειες. Το πρόβλημά μας δεν είναι μόνο το οικονομικό και πώς θα το λύσουμε, αλλά κατά πόσο είμαστε ευχαριστημένοι από τους εαυτούς μας, ψυχολογικά και ηθικά. Το ζήτημα μιας κοινωνίας είναι να εξελίσσεται η ίδια και τα άτομά της. Η δουλειά της τέχνης θα ’ναι πάντα να προσπαθεί να εξυψώσει τον άνθρωπο, ώστε να ξεπεράσει τα μικροεγώ του. Είναι βλακεία να πιστεύουμε ότι φτάσαμε κάπου, επειδή έχουμε λεφτά. Έχουμε δρόμο ακόμη μέχρι να γίνουμε άνθρωποι.

– Έχει επιδράσει στη δουλειά σου αυτό το κλίμα που εισπράττεις καθημερινά; Όταν παντού ακούω και βλέπω ανθρώπους δυσαρεστημένους, οργισμένους, κατατονικούς ή καταθλιπτικούς, οπωσδήποτε επηρεάζομαι. Μου ξυπνάει μια επιθυμία να λειτουργήσω κάπως θετικά, να κάνω κάτι που να παρηγορήσει, να στηρίξει, τουλάχιστον όσους έχουν ακόμη μυαλό, σκέψη, ευαισθησίες. Θέλω να έχω επαφή, να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, γιατί έχω επίσης και να παίρνω απ’ αυτό. Ένα πάρε δώσε είναι, έτσι κι αλλιώς, του καθενός η εξέλιξη, η καθημερινή τριβή με το περιβάλλον, το κοινωνικό γίγνεσθαι, με την ιστορία, με όλα.
– Πώς έχει διαμορφωθεί η κατάσταση όσον αφορά τη μουσική; Τώρα με το ίντερνετ που δίνει τη δυνατότητα ν’ ακούς ήχους και μουσικές απ’ όλες τις γωνιές της γης, παράγονται ωραία πράγματα, που μπορεί ν’ απέχουν από το mainstream, να μην ακούγονται εύκολα, αλλά ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση εφόσον έχει ανησυχίες και θέλει να ακούσει μουσική. Μπορεί να έχει τα κακά της αυτή η παγκοσμιοποίηση, αλλά και η επικοινωνία πια μέσω του ίντερνετ, για όποιον έχει όραμα και θέλει να κάνει πράγματα μπορεί να αποδειχτεί σπουδαίο εργαλείο. Όταν ξέρεις τι θέλεις και πού κατευθύνεις τη μουσική σου, όλα αυτά είναι υπέροχα βοηθήματα. Όταν ψάχνεις από το πουθενά και πηγαίνεις στα χαμένα, χάνεσαι. Είναι λαβύρινθος. Για όποιον θέλει ν’ ακούσει και ενδιαφέρεται για το τι γίνεται σήμερα σε συγκεκριμένα μουσικά είδη, πώς οι άνθρωποι πειραματίζονται, πώς καταρρέουν οι ταμπέλες και πώς το ροκ, οι εθνικές μουσικές, το τρανς, το χιπ χοπ κ.λπ. εντάσσονται σε διάφορες κολεκτίβες και δουλεύονται για να προκύψουν νέοι ήχοι σε όλο τον πλανήτη, υπάρχει πρόσβαση. Θα βρει και το φίλτρο να δουλέψει και να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προσφέρονται για να δημιουργήσει το δικό του ήχο. Δεν είναι λοιπόν αυτός ο «θόρυβος» το πρόβλημα, αλλά η έλλειψη ανθρώπων με καθαρό μυαλό και όραμα.
– Η μουσική σκηνή στην Ελλάδα έχει ανοιχτές κεραίες σ’ αυτή την «κοσμογονία»; Η μουσική σκηνή στην Ελλάδα ποτέ δεν με συγκινούσε, εκτός από μερικές εξαιρέσεις. Δεν κοίταζε προς τα έξω. Oμφαλοσκοπούσε. Οι περισσότεροι δημιουργοί ήταν σαν να αναμασούσαν τις μικρές επιτυχίες που κατά καιρούς έκαναν, οι περισσότεροι δρούσαν σαν δημόσιοι υπάλληλοι, μη χάσουν τη θεσούλα τους, το ακροατήριό τους. Δεν τολμούν να πειραματιστούν πέρα απ’ αυτό με το οποίο τους έμαθε ο κόσμος, μηρυκάζουν τη μασημένη τροφή που τους βόλεψε. Μ’ αυτά κοντράρομαι, έτσι κι αλλιώς, εδώ και 25 χρόνια. Τώρα δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί. Μόνο στους πιτσιρικάδες μπορούμε να ελπίζουμε, από αυτούς μπορεί να προκύψει κάτι καινούριο. Αυτή η γενιά είναι τελείως απογοητευμένη και άτυχη. Όταν είσαι 20 χρονών και σου λένε ότι το παιχνίδι είναι χαμένο και στημένο, δεν επιτρέπεται να έχεις όνειρα και πρέπει να πας στο εξωτερικό να δουλέψεις, αποθαρρύνεσαι, αλλά μπορεί ν’ ανακαλύψεις κι ένα επιπλέον κίνητρο για να δημιουργήσεις. Χρειάζεται ζόρι έτσι κι αλλιώς για να δημιουργήσουμε. Καλώς ή κακώς, όλοι έχουμε μια τάση να την αράζουμε στον καναπέ μόλις μας τον προσφέρουν.
– Τι σε εμπνέει και σε κινεί; Δεν μπορώ να σου απαντήσω. Ζω, έχω τις δικές μου παρέες, συνεργάτες, προσλαμβάνω το τι γίνεται και τι δεν γίνεται. Εμένα αυτό που με έβγαλε στη μουσική ήταν η διάθεση να γνωρίσω τον εαυτό μου. Να τον γνωρίσω όσο περισσότερο προλάβω, για όσο ζω. Να δω πράγματα που αγνοώ, ή είναι σκοτεινά μέσα μου και να τα φωτίσω. Δεν με ενδιαφέρει απλώς η καλλιτεχνική μου πορεία. Μια δημιουργική πορεία θεωρώ ότι είναι μια πορεία αυτογνωσίας. Γι’ αυτό να προχωράω, ρίσκαρα πολλές φορές και δεν με ένοιαζε, δεν θα ήθελα ποτέ να συνεχίσω να παριστάνω τον Αγγελάκα, επειδή κάποιοι τον θέλουν έτσι ή αλλιώς. Θα ήταν μεγάλη ήττα για μένα, όπως θα ήταν για κάθε άνθρωπο που βγαίνει σ’ ένα δρόμο, γιατί θέλει να γνωρίσει κι όχι γιατί θέλει να γίνει κάποιος.
– Ποιο ρόλο παίζει το καλλιτεχνικό σου παρελθόν σήμερα; Σίγουρα παίζει ρόλο. Και το καλό όνομα που έχω φτιάξει σίγουρα το χαίρομαι, γιατί βρίσκω πόρτες ανοιχτές, υπάρχει κόσμος που γνωρίζει τη δουλειά μου, έχω ευχέρεια να βρίσκω συνεργάτες, να κλείνω χώρους, ενώ το χρησιμοποιώ αυτό και για δημιουργικούς σκοπούς. Υπάρχει μια άνεση στο πώς κινούμαι κι αυτό το απολαμβάνω. Αλλά ώς εκεί.

– Με ποια κριτήρια επιλέγεις τους ανθρώπους που συνεργάζεσαι; Ο δρόμος φέρνει ανθρώπους, γνωρίζομαι με δεκάδες μουσικούς. Πετυχαίνω κάποιον στο δρόμο, μόλις τον ακούσω και μ’ ενδιαφέρει βρισκόμαστε να τζαμάρουμε. Αυτό τον καιρό γνωρίζω ένα μουσικό, τον Vlastur, που συνδυάζει ηλεκτρονικά ακούσματα με παραδοσιακή μουσική.
– Ποια είναι σήμερα η σχέση σου με το κοινό; Όλα αυτά τα χρόνια φροντίσαμε ώστε να υπάρχει μια καθαρή σχέση με το ακροατήριο. Καμιά φορά χαίρομαι και καμαρώνω το ακροατήριό μας, γιατί πιστεύω ότι έχει σφυρηλατηθεί μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια η αισθητική και η σκέψη του. Είναι ένα ακροατήριο που δεν μπορώ να το κοροϊδέψω, έχουμε μια ειλικρινή σχέση, δεν είναι μια σχέση θαυμασμού, αλλά ένα δημιουργικό πάρε-δώσε. Μάλιστα, πιστεύω πως αν ποτέ κάνω κάτι έξω από τα νερά μου, καμιά πονηράδα, είναι έτοιμοι ακόμη και να με κράξουν, να με επικρίνουν. Και καλά θα μου κάνουν.
– Τι σε ώθησε να ερευνήσεις τις πηγές της μουσικής παράδοσης και να συνεργαστείς με μουσικούς όπως ο Ψαραντώνης; Μ’ ενδιαφέρει πολύ η παράδοση. Για μένα ο Ψαραντώνης είναι ο ιδανικός, η ιδέα και ενσάρκωση του σύγχρονου παραδοσιακού μουσικού, που εξελίσσει την παράδοση. Είναι ανήσυχος, θέλει να σπάσει τις φόρμες, τις οποίες κατέχει σε βάθος, να ανακαλύψει καινούριους χορούς και ήχους, γι’ αυτό και την κρητική μουσική την έστειλε στο διάστημα. Παίζει ένα ιδίωμα του οποίου οι ρίζες βρίσκονται στην κρητική μουσική, αλλά ο ίδιος το έχει εξελίξει και πάει στο σύμπαν. Πιστεύω ότι η παράδοση είναι κάτι που εξελίσσεται, προχωρεί, δεν μένει ποτέ σταθερή, γι’ αυτό κι έχω ένα προβληματάκι με τους καθαρολόγους και τους παραδοσιολόγους. Αναφέρομαι σ’ αυτούς που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους πως η παράδοση πρέπει να μείνει εκεί που σταμάτησε. Θαρρείς και ήταν έτσι και πριν από 100 χρόνια. Εμένα με συναρπάζει η παράδοση γιατί έχει πολλά πράγματα να πει ακόμη, έχει μυστικά, δρόμους. Οφείλει να εξελιχθεί, περιμένει και η ίδια να εξελιχθεί κι ευτυχώς που υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Ψαραντώνη που την τιμούν και την εξελίσσουν. Εγώ μαθαίνω με τους ανθρώπους αυτούς, είναι μια μαθητεία, ένα πάρε-δώσε.
– Πώς θα ’θελες να μιλούν για σένα μετά από 20-30 χρόνια; Α, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Και δεν το λέω αυτό από ταπεινοφροσύνη. Εμένα με νοιάζει όσο ζω να μ’ αφήσουν να κάνω τα πράγματα που θέλω. Να πειραματίζομαι, να προχωράω, να μαθαίνω, να «πειράζω» την παράδοση. Δεν υπάρχει πρόγραμμα. Βλέποντας και κάνοντας. Θέλω, όμως, να έχω ελευθερία κινήσεων, να μπορώ να συγκεντρώνομαι σ’ αυτό που θέλω.
– Νιώθεις ότι υπάρχουν πράγματα που σε περιορίζουν; Όχι, όσο μεγαλώνω νομίζω ότι έχω καταφέρει να δημιουργήσω ένα χώρο μέσα στον οποίο κινούμαι ελεύθερα. Μεγαλώνοντας, ελευθερώνεται περισσότερο ο χώρος και η διάθεσή μου. Αν με ρωτούσες το ίδιο πριν από 20 χρόνια, μπορεί να ήμουν πιο ζορισμένος.

- Info Ο Γιάννης Αγγελάκας έρχεται στην Κύπρο μετά από αρκετά χρόνια, για μια συναυλία στη Γειτονιά των Ασμάτων, στη Λευκωσία. Συναντά επί σκηνής τους Ντίνο Σαδίκη (μπαγλαμά), Στάθη Αραμπατζή (κιθάρα) και Τίτο Καργιωτάκη (κονσόλα και ηλεκτρονικά) την Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011, στις 9.30μ.μ. Γενικές πληροφορίες: 99943130 – 99021492.