Ο έμπειρος ηθοποιός μιλά για το θέατρο ως οξυγόνο, για τη φθορά και την έκθεση της σκηνής και όσα χάσαμε μακριά από τις πλατείες.
Τον χαρακτηρίζει μια σπάνια αμεσότητα στον τρόπο που μιλά για την τέχνη, την κοινωνία και τον άνθρωπο κι έχει καταγράψει μακρά διαδρομή στο θέατρο με σημαντικές συνεργασίες. Με τη συμμετοχή του στην καλοκαιρινή παραγωγή «Η Πλατεία», επιστρέφει σε μια πρόταση που συνομιλεί ευθέως με τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα: τους φόβους, τις σιωπές, τη συλλογική αποξένωση, αλλά και την ανάγκη για συνάντηση και αλήθεια. Στη συζήτησή μας μιλά χωρίς περιστροφές για το «κρύψε να περάσουμε», την ανάγκη της αλήθειας, αλλά και την αγωνία να παραμένεις άνθρωπος μέσα κι έξω από τη σκηνή.
–Πόσο εύκολο είναι για έναν ηθοποιό ν’ αλλάζει πρόσωπα επί σκηνής; Από τη στιγμή που καλείται να υποκριθεί έναν ρόλο, ξεκινά μέσα του μια ανασφαλής διαδρομή και μάχη. Τουλάχιστον αυτό βιώνω εγώ. Το να φτιάξεις έναν ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αλλά και σωστό επί του κειμένου είναι ένας εσωτερικός πόλεμος που κάποτε κερδίζεις και κάποτε χάνεις. Όταν χάνεις αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην εμφανές στο κοινό, όσο μέσα σου. Το κέρδος είναι πρώτιστα προσωπική ικανοποίηση που εν συνεχεία γίνεται αμφίδρομη με το κοινό. Σε κάθε ρόλο δανείζεις σώμα, φωνή και σίγουρα ψυχή, όπου μαζί με την τεχνική της υποκριτικής παντρεύονται κι αν τα καταφέρεις, κερδίζεις. Έχεις συμμάχους, αλλά οι αντίπαλοι είναι περισσότεροι.
-Πόσο δύσκολο είναι να παραμείνει ο ηθοποιός αληθινός απέναντι στον εαυτό του; Προσωπικά, δεν πιστεύω σε ενσαρκώσεις, μετουσιώσεις κ.λπ. Ο ρόλος απαιτεί ψάξιμο και δουλειά, δουλειά και τόλμη. Θυμάμαι όταν ήμουν στο Θέατρο Τέχνης, γύρω στο 2001, την τεράστια Ρένη Πιττακή στην Επίδαυρο να πετάει το τσιγάρο και να βγαίνει σε δύο δευτερόλεπτα να ερμηνεύσει τον πρώτο μονόλογο της Άτοσσας στους Πέρσες, με το κοινό να μένει άφωνο. Αληθινός είσαι με τον εαυτό σου, νομίζω, όταν τελειώνει η παράσταση και λες: «αυτόν τον ρόλο κάποιος άλλος θα τον έπαιζε καλύτερα, αλλά τον έπαιξα εγώ».
–Το έργο «Η Πλατεία» μιλά για φόβους, σιωπές, κοινωνικές μάσκες και το «κρύψε να περάσουμε». Σε ποιο βαθμό η φράση αυτή περιγράφει, με κάποιον τρόπο, τη σημερινή κυπριακή κοινωνία; Ως λαός είμαστε από παλιά του «κρύψε να περάσουμε». Όσο περνούν τα χρόνια, όχι μόνο το υιοθετούμε επί μονίμου βάσεως, αλλά το συνηθίζουμε και μάς αρέσει μάλιστα. Οι φόβοι και οι σιωπές μας, ενώ θα έπρεπε να ήταν κραυγές ανάγκης και έκφρασης για βελτίωση τουλάχιστον της ποιότητας ζωής μας, γίνονται γκρίνιες σε οικογενειακά τραπέζια. Φοβόμαστε να εκφραστούμε μη μας δακτυλοδείξουν, τρομάζουμε να διεκδικήσουμε μη χάσουμε τα κεκτημένα και διστάζουμε -αυτό είναι το χειρότερο και με λυπεί αφάνταστα- να υπερασπιστούμε το δίκαιο. Καθόλου τυχαίο ότι στις πρόσφατες εκλογές είχαμε 188.000 «επαναστάτες» του καναπέ και του πληκτρολογίου. Το πιο λυπηρό είναι πως διακρίνω στη νεότερη γενιά μια αποχαύνωση η οποία μάλλον συνδέεται με την εξέλιξη της τεχνολογίας και την έλλειψη πραγματικής επαφής με τον συνάνθρωπο.
–Αν έπρεπε να περιγράψεις τη σημερινή Κύπρο σαν μια Πλατεία, τι θα έβλεπες εκεί; Στη μία μεριά βλέπω βολεμένους κουμπάρους, με τα τακτοποιημένα παιδιά τους και το συγγενολόι, ντυμένους όλους με κοστούμια και ρούχα τελευταίας μόδας, κινητά και λιμουζίνες, να γελάνε τρανταχτά και να πίνουν σαμπάνια. Από την άλλη πλευρά, βλέπω ανθρώπους του μόχθου και της αλήθειας, με αγωνία στο πρόσωπο για το αύριο και για τα βάρη που χωρίς να φταίνε φορτώθηκαν. Στη μέση της πλατείας τώρα, βλέπω τέσσερις πολιτικούς με διαφορετικά χρώματα, που κρατούν μια εκλογική κάλπη, ακούγοντας ο ένας Παύλο Λιασίδη, ο άλλος Φουρέιρα, ο τρίτος Χάρρυ Κλυνν και ο τέταρτος Ακύλα, ζητώντας από τους υπόλοιπους να τους ψηφίσουν.
–Τι χάσαμε ως κοινωνία όταν σταματήσαμε να συναντιόμαστε πραγματικά στους δημόσιους χώρους; Την ταυτότητά μας. Την ταυτότητα του αυθορμητισμού, της ειλικρίνειας, του έρωτα, του φλερτ, του γέλιου, του αγγίγματος, της φιλίας και περισσότερο χάσαμε την ταυτότητα του «σε πεθύμησα», της αγκαλιάς. Έχουμε συνηθίσει σε υποκατάστατες ικανοποιήσεις αναγκών. Πεθυμάς τον άλλον, στέλνεις μια σέλφι. Θέλεις να τον δεις, κάνεις βιντεοκλήση. Έχεις ανάγκη να κάνεις έρωτα… πάλι με βιντεοκλήση ή με εφαρμογές (γέλια). Στους δημόσιους χώρους διαφορετικοί άνθρωποι μάθαιναν να συνυπάρχουν. Σήμερα, ο περισσότερος κόσμος ζει σε ιδιωτικές φυσαλίδες -σπίτια, κινητά, οθόνες- επιλέγοντας ο καθένας μόνο όσους του μοιάζουν. Στον δημόσιο χώρο δεν μπορείς εύκολα να κάνεις «unfollow» έναν άνθρωπο. Τον ακούς και τον βλέπεις χωρίς φίλτρα και διορθώσεις.
–Υπάρχει κάτι έντονα «κυπριακό» στην παρουσία σου. Το αντιμετώπισες ποτέ ως μειονέκτημα σ’ έναν χώρο που συχνά εξιδανικεύει πιο «λείες» περσόνες; Εάν «κυπριακό» εννοούμε το γεγονός ότι μεγάλωσα σε μια καθαρά αστική και λαϊκή οικογένεια, με δύο γονείς σχεδόν χωρίς καθόλου παιδεία, αλλά με καντάρια ανθρωπιάς και ειλικρίνειας, τότε ναι, το έχω βαθιά ριζωμένο μέσα μου. Δεν μεγάλωσα με Χατζιδάκι και Γκάτσο, ούτε σε γκαλερί. Αυτά τα γνώρισα και τα αγάπησα μετά. Σπούδασα σε μια υπέροχη σχολή με σπουδαίους δασκάλους και ευτύχησα να μαθητεύσω -και εξακολουθώ να μαθητεύω- κοντά σε υπέροχους ηθοποιούς. Γνώμη μου είναι ότι η τέχνη του θεάτρου θέλει καθαρότητα, ειλικρίνεια, αλήθεια, δουλειά και ταλέντο. Ταμπέλες ίσως βάζουν κάποιοι, λέγοντας ότι ένας καλλιτέχνης απαιτείται να έχει εκλεπτυσμένους τρόπους, θέλοντας να εξυπηρετήσουν ή να απορρίψουν κάποιον από μια δουλειά. Ποτέ στη ζωή μου δεν προσπάθησα να το παίξω κουλτουριάρης, πνευματώδης και δήθεν, χάριν της οποιασδήποτε αυλής ευνοεί «λείες περσόνες» και «καλλιτεχνικά μυαλά». Καλλιτέχνης είναι αυτός που τις ευαισθησίες του τις κάνει πράξη και στην κοινωνία και στη δουλειά του και στο σπίτι του. Ίσως αυτό το «κυπριακό» στην παρουσία μου να είναι που μου επέτρεψε εδώ και 28 χρόνια να μη μείνω ούτε μέρα χωρίς να κάνω θέατρο. Σίγουρα ζηλεύω, με την καλή έννοια, πολλούς συναδέλφους για το ταλέντο και τις ερμηνείες τους και σίγουρα πάντα κάποιος εξελίσσει κάτι καλύτερα από εμάς, όπως ίσως ενίοτε κι εμείς καλύτερα από κάποιους άλλους.

–Το θέατρο σήμερα μοιάζει να παλεύει ανάμεσα στην ανάγκη για ουσία και στην ανάγκη για επιβίωση. Υπάρχει ακόμη περιθώριο για απαιτητική θεατρική εργασία στην Κύπρο; Η ίδια ερώτηση θα μπορούσε να τεθεί και πριν 80, 60, 30 ή 5 χρόνια. Μια ζωή το θέατρο παλεύει να υπάρχει. Παλεύει να ζει και είναι συνεχώς σε αναπνευστήρα με το άγχος της επιβίωσης. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερος κόσμος ασχολείται επαγγελματικά με το θέατρο, οι σκηνές παραμένουν ίδιες, τα κονδύλια ολοένα και λιγοστεύουν κι ο κόσμος αναγκάζεται να βρίσκει φτηνούς τρόπους έκφρασης. Κακά τα ψέματα, η στήριξη του θεάτρου αντιμετωπίστηκε διαχρονικά -με εξαίρεση ένα κόμμα- ως προεκλογικό σύνθημα. Την επόμενη μέρα επιστρέφαμε στην κανονικότητα του «σιγά μωρέ, τι θέατρο τώρα;». Κάθε χρόνο στις βραβεύσεις του ΘΟΚ παρών είναι και ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ακούμε για στήριξη της πολιτείας· λόγια αναμασημένα. Γίνονται προσπάθειες, κινήσεις, αλλά σίγουρα το θέατρο δεν είναι προτεραιότητα καμιάς κυβέρνησης. Όσα χρόνια να περάσουν, όμως, όσες αποφάσεις καλές ή κακές ληφθούν από διοικητικά στελέχη, το θέατρο θα συνεχίσει να υπάρχει και να χαρίζει συγκινήσεις και στιγμές, έστω και κάτω από μια λάμπα, σ’ ένα περιβόλι, σε μια παραλία. Γιατί το θέατρο είναι οξυγόνο. Υπάρχουν ωραίοι δημιουργοί με αγάπη, όραμα και ταλέντο.
–Η κυπριακή διάλεκτος στο θέατρο πέρασε από διάφορες φάσεις: από περιοριστική παράμετρος μέχρι σχεδόν «μόδα». Εσύ πώς την αντιμετωπίζεις; Είναι πανέμορφη και γοητευτική. Είναι μνήμη, έχει δική της ρυθμολογία και μουσικότητα και δηλώνει εύκολα χιούμορ αλλά και προβληματισμό, με μία λέξη, μια έκφραση. Για χρόνια η κυπριακή διάλεκτος χρησιμοποιείτο μόνο σε ηθογραφίες, ή ανάλαφρα έργα. Υπάρχουν κυπριακά έργα γεμάτα ποίηση, δράμα και βάθος. Κάποιοι τώρα τη χρησιμοποιούν ως καλλιτεχνική επιλογή, κάποτε επιφανειακά και κάποτε ουσιαστικά. Προσωπικά, τη βλέπω ως εργαλείο αλήθειας. Όταν χρησιμοποιείται οργανικά, με σεβασμό, είναι συγκλονιστική.
–Ο ηθοποιός εκτίθεται συνεχώς: στο βλέμμα του κοινού, του σκηνοθέτη, των συναδέλφων, της κοινωνίας. Με τα χρόνια, η έκθεση σε κάνει πιο ανοιχτό ή πιο κλειστό άνθρωπο; Νομίζω πως συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Ο ηθοποιός μαθαίνει να ανοίγεται πάνω στη σκηνή, αλλά και να κλείνεται έξω απ’ αυτή. Το αντίθετο είναι επικίνδυνο. Η έκθεση είναι μια συνεχής εκπαίδευση της αντοχής. Στην αρχή σε τρομάζει η κριτική· μετά ζεις μαζί της. Υπάρχει ο κίνδυνος βέβαια να δημιουργήσεις άμυνες για να προστατευτείς, οι οποίες κάθε άλλο παρά δημιουργικές είναι. Με τα χρόνια έμαθα να χειρίζομαι τις όποιες καταστάσεις. Θέλει επιδεξιότητα να ξέρεις κάθε φορά τι να φωτίσεις ή τι να κρατήσεις αόρατο, εντός και εκτός σκηνής.
–Πώς διαχειρίζεσαι την εσωτερική φθορά από το βάρος και την ευθύνη της σκηνής; Η σκηνή έχει ένα άγραφο τίμημα. Από τη μια δίνει ζωή, ένταση και λόγο ύπαρξης, από την άλλη αφήνει κι ένα μικρό κατάλοιπο φθοράς. Η ευθύνη δεν είναι μόνο να πούμε τα λόγια σωστά ή να παίξουμε έναν ρόλο σύμφωνα με την ψυχή μας και τις υποδείξεις του σκηνοθέτη. Είναι να είσαι αληθινός ξανά και ξανά, καθημερινά και πάντα, όταν μέσα σου επικρατεί ένα χάος και μια εκτός θεάτρου νευρωτική κατάσταση. Ακόμη και οι μηχανές φθείρονται. Ακόμη περισσότεροι εμείς οι άνθρωποι. Ίσως η ουσιαστική άμυνα είναι να θυμάσαι ότι ο ρόλος δεν είσαι εσύ. Ότι όσο και να παλέψεις, όσο και να βουτήξεις στα βαθιά σ’ έναν χαρακτήρα, πρέπει να υπάρχει τρόπος επιστροφής στον εαυτό σου.
–Τι μένει σ’ έναν ηθοποιό όταν τελειώσει η παράσταση, κοπάσει το χειροκρότημα και επιστρέφει στο σπίτι μόνος; Εξαρτάται. Με τα χρόνια καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να κουβαλάς σπίτι το ίδιο βάρος λες και είναι η τελευταία παράσταση της ζωής σου. Το να δίνεσαι ολοκληρωτικά σ’ έναν ρόλο στη σκηνή είναι ζωή, όχι αυτοκαταστροφή. Θυμάμαι στο «Σκοπευτήριο» του Μιχάλη Παπαδόπουλου όταν τελείωνε η παράσταση, πήγαινα σπίτι και χρειαζόμουν δύο ώρες να συνέλθω. Ήταν τόσες οι αλήθειες και οι εντάσεις, τόσο άμεσα και αληθινά τα μηνύματα και οι προβληματισμοί, που ήθελα χρόνο να αποσυμφορηθώ. Είναι νύχτες που μένει μια γλυκιά πληρότητα· άλλες φορές κούραση και κάποιες μια αγχωτική μοναξιά. «Μπορούσα καλύτερα;», «Ήμουν αληθινός απόψε;», «Μου διέφυγε κάτι;». Προσωπικά ερωτήματα, εντελώς παλαβά ίσως, που όμως με διατηρούν σε εγρήγορση και μου αφήνουν σημάδια και ίχνη των ρόλων, ακόμη κι όταν τελειώνει μια παράσταση. Θεωρώ γοητευτική και ιερή τη στιγμή όταν αφού ξεβαφτώ στο καμαρίνι, παίρνω την τσάντα μου και λέω «καληνύχτα παιδιά».
- INFO Η παράσταση «Η Πλατεία», συμπαραγωγή των θεάτρων ΑντίΛογος και τη Σόλο για Τρεις, σε κείμενο Ελένης Αναστασίου και Άρη Κυπριανού, παρουσιάζεται από τις 3 Ιουνίου στην Πλατεία Κυριάκου Καραολή στην Παλιά Αγλαντζιά, 8.30μ.μ. Soldout Tickets 99251331
Ελεύθερα, 31.5.2026