Συνέντευξη με τον Στέφανο Κωνσταντινίδη, με αφορμή την έκδοση του β’ μέρους της τριλογίας του «Νομάδας»

Ισορροπώντας μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας και έχοντας σαν εγχειρίδια τις σπουδές του στην κοινωνιολογία και στις πολιτικές επιστήμες, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης διατρέχει, με λογοτεχνική ματιά, τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Εμείς απλά του ζητάμε κάποιες επεξηγήσεις που προκύπτουν μέσα από το βιβλίο του.

-Σας έχουμε συνηθίσει, μέσα από την αρθρογραφία σας να ασχολείστε με την πολιτική; Γιατί επιλέξατε τη λογοτεχνία για να μιλήσετε για την ιστορία του τόπου, στην ουσία, μέσα από την προσωπική σας, εν πολλοίς, ιστορία; 
-Υπήρχε πάντοτε μια ώσμωση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ιστορία από την εποχή του Ομήρου. Η λογοτεχνία είναι προέκταση τόσο της πολιτικής όσο και της ιστορίας. Τουλάχιστον έτσι ήταν πάντοτε για μένα. Η λογοτεχνία επιτρέπει μια άλλη θέαση της ιστορίας, μια άλλη θέαση του κόσμου. Ειδικά το μυθιστόρημα ανοίγει ένα παράθυρο, όχι μόνο στον κόσμο της ιστορίας, αλλά και σε αυτόν της φιλοσοφίας και του μύθου. Η λογοτεχνία στοχεύει να συλλάβει και να εκφράσει τα παράδοξα που αντιστέκονται στη λογική της ιστορίας και στη δική της αυστηρή μεθοδολογία. Το μυθιστόρημα αποτελεί, ίσως, τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο έκφρασης της εποχής μας στον χώρο της λογοτεχνίας. Εκφράζει «το ευρύ και πολύμορφο της σύγχρονης ζωής, το πολυσύνθετο της προσωπικότητας», την κινητικότητα των κοινωνικών ομάδων αλλά και την αντιπαλότητά τους, τη διαλεκτική πορεία της ιστορίας. Στο δικό μου μυθιστόρημα τα προσωπικά μου βιώματα διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν η συλλογική μνήμη χωρίς την οποία ένας λαός δεν μπορεί να διατηρήσει την ταυτότητά του. Ούτε φυσικά και τον πολιτισμό του με την ανθρωπολογική έννοια του όρου. Έγραψα επομένως ένα μυθιστόρημα με κοινωνιολογικό, ανθρωπολογικό, πολιτικό και ιστορικό υπόβαθρο. «Καθότι αν κοινωνήσωμεν αληθεύομεν, α δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα», κατά τον Ηράκλειτον.

-Γιατί δεν επιλέξατε να μιλήσετε άμεσα για ιστορικά γεγονότα που έχετε ζήσει από κοντά; Για την ΕΟΚΑ, τη Χούντα, τον Παναγούλη…; 
-Θα μπορούσα να το κάνω, αλλά το μυθιστόρημα μου επιτρέπει κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια βιωματική αφήγηση. Μου επιτρέπει το πέρασμα από το βιωματικό στο συλλογικό, από το ατομικό στο πολύμορφο και το πολυσύνθετο της κοινωνίας. Μου επιτρέπει να ισορροπώ μεταβαίνοντας από τον ιδιωτικό χώρο στον δημόσιο, από τη μικροϊστορία στην ιστορία, από τις καθημερινές λεπτομέρειες στα μείζονα γεγονότα.

-Με αυτό τον τρόπο δεν χάνεται ένα κοινό που δεν διαβάζει λογοτεχνία;
-Ίσως, αλλά πιθανόν να κερδίζεται ένα άλλο κοινό που δεν διαβάζει ιστορία, ή που λίγο θα το ενδιέφεραν οι προσωπικές αναμνήσεις κάποιου και μάλιστα σε θέματα που δεν έχουν να κάνουν με το λάιφ στάιλ. Ακόμη όμως και αυτοί που έγραψαν αναμνήσεις δεν απέφυγαν μιας μορφής λογοτεχνική αφήγηση.

-Αναφερόμενος στα ιστορικά γεγονότα της ίδρυσης του κυπριακού κράτους, ο ήρωάς σας το χαρακτηρίζει «Τριτοκοσμικό Κράτος Περιορισμένης Ευθύνης στην Ανατολική Μεσόγειο». Έτσι ήταν, έτσι είναι; 
-Έτσι ήταν και ως ένα σημείο έτσι παραμένει. Το περιορισμένης ευθύνης επιβλήθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και τα εγγυητικά δικαιώματα τριών χωρών όπως και με την στρατιωτική παρουσία τους στο έδαφός του. Δεν ξέρω άλλο κράτος στον κόσμο με αυτά τα μεταποικιακά χαρακτηριστικά. Τριτοκοσμικό αναδύθηκε μέσα από τον τρόπο διακυβέρνησής του. Μολονότι, και νομίζω το τονίζω αυτό κάπου, είναι ένα κράτος με μια ενδιάμεση δομή και κουλτούρα, μεταξύ δηλαδή του τριτοκοσμικού και του ευρωπαϊκού. Τριτοκοσμικό σε κάποια χαρακτηριστικά του και δυτικότροπη δημοκρατία σε άλλα. Μετά την τουρκική εισβολή συζητούμε για ένα νέο κράτος που θα προκύψει από τις συνομιλίες που διεξάγονται και διαπιστώνουμε ότι πολύ πιθανόν και το νέο αυτό κράτος που θα προκύψει θα στερείται της «κανονικότητας» των άλλων κρατών του πλανήτη. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: είμαστε λαός με «ειδικές» ανάγκες;

-Μιλάτε ακόμα για Κράτος του Θεού, αποδίδοντας ευθύνη για τις συναλλαγές με την εξουσία στον Μακάριο. Αλήθεια, από τότε είναι οι ρίζες της διαπλοκής με την εξουσία; Όχι ως λογοτέχνης, αλλά ως κοινωνιολόγος πώς το ερμηνεύετε; 
-Ο όρος «Κράτος του Θεού» χρησιμοποιήθηκε από τους αντιπολιτευόμενους τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και φυσικά δεν είναι όρος της κοινωνιολογίας. Τον χρησιμοποίησα «ποιητική αδεία» περισσότερο για να αποδώσω το κλίμα της εποχής. Το ιερατικό σχήμα του Μακαρίου επέτεινε κάποια τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά του κράτους αλλά και με έναν κοσμικό ηγέτη η κατάσταση δεν θα ήταν πολύ διαφορετική αφού τα κοινωνικά δεδομένα θα ήταν τα ίδια. Είχαμε τα  χαρακτηριστικά μιας μετα-αποικιακής κοινωνίας. Συναλλαγές με την εξουσία θα υπήρχαν επομένως και χωρίς τον Μακάριο. Συναλλαγές με την εξουσία υπάρχουν παντού άλλωστε, ακόμη και στα πιο ανεπτυγμένα κράτη. Εκείνο που τις διαφοροποιεί είναι η περιορισμένη έκταση του φαινομένου και η ύπαρξη ανεξάρτητων μηχανισμών αντιμετώπισής του. Στην Κύπρο, όπως και σε πολλά άλλα μετα-αποικιακά κράτη, αυτές οι συναλλαγές νομιμοποιήθηκαν και ως ένα σημείο «ηθικοποιήθηκαν». Πρόκειται για τις γνωστές πελατειακές σχέσεις από τις οποίες ούτε η σημερινή ευρωπαϊκή Κύπρος δεν καταφέρνει να ξεφύγει. Υπάρχει η κουλτούρα των σχέσεων αυτών σε σημείο που να αντιμετωπίζονται ως «φυσιολογικό» φαινόμενο. Το βλέπουμε με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο σημερινός Γενικός Ελεγκτής. Το πελατειακό σύστημα είναι πανίσχυρο και μας έρχεται από πολύ μακριά: από την οθωμανική εποχή.

-Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης μπορεί να υπογράφησαν από την απελπισία της μοναξιάς στις Σεϋχέλλες, όπως μπορεί να εικάσει κάποιος διαβάζοντας το βιβλίο σας; 
-Όχι ακριβώς. Η αναφορά στις Σεϋχέλλες γίνεται σε αναζήτηση του μίτου της Αριάδνης. Η «μοναξιά» των Σεϋχελλών βοήθησε, διευκόλυνε, πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες που είχαν ήδη αρχίσει να κυοφορούνται από τον διεθνή παράγοντα και κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις σε Ελλάδα και Κύπρο. Οι προσωπικότητες διαδραματίζουν ασφαλώς ρόλο στην Ιστορία, αλλά δεν είναι αυτές που την σέρνουν. Την Ιστορία την σέρνουν βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες από βαθύτερες κοινωνικές δυνάμεις και αυτές τις δυνάμεις και τα συμφέροντά τους ενσαρκώνουν και εκφράζουν οι προσωπικότητες. Εδώ συνίσταται ο εγελιανός δόλος, η πανουργία της Ιστορίας, σύμφωνα με τον Χέγκελ, να χρησιμοποιεί τα άτομα, τις προσωπικότητες, τα κράτη, για τους δικούς της σκοπούς. 

-Νομάς, μέτοικος, πλάνητας, μετανάστης, πρόσφυγας… Όλοι φέρουν το στοιχείο της περιπλάνησης αλλά με διαφορετικές αφετηρίες (αιτίες). Ωστόσο, ακόμα κι ο νομάς, του οποίου η περιπλάνηση γίνεται εν πολλοίς κατ’ επιλογήν, παραμένει ριζωμένος (νοερά και συναισθηματικά με τον τόπο του). Ο νομάς έχει τελικά ρίζες κάπου; Γιατί ο γενέθλιος τόπος είναι τόσο σημαντικός στη ζωή του ανθρώπου;
-Ναι, όλοι διεκδικούμε κάποιες ρίζες. Χωρίς αυτές χάνουμε την ταυτότητά μας. Και ο γενέθλιος τόπος διαμορφώνει εν πολλοίς την προσωπικότητά μας. Ο άνθρωπος ήταν πάντα νομάδας, ή τουλάχιστον το νομαδικό στοιχείο ήταν μέρος της προσωπικότητάς του. Χρειαζόταν όμως πάντα και μια αναφορά, πραγματική ή και νοερή-συναισθηματική για να μπορεί να επιβιώνει. Αυτό φαίνεται και μέσα από την ατομική και μέσα από τη συλλογική πορεία των ανθρώπων. Όλοι χρειαζόμαστε την Ιθάκη μας. 

-Η Πενταλιά μοιάζει να αποτελεί τον πυρήνα της ύπαρξής σας, αλλά και έναν χαμένο παράδεισο. Έτσι είναι;
Ναι, έτσι είναι. Εδώ βέβαια συμπλέκεται και διαπλέκεται το πραγματολογικό με το φαντασιακό. Και λίγο η έννοια του «χαμένου παραδείσου». Είναι το πρώτο επίπεδο ταυτότητας. Η Πάφος και η Κύπρος θα είναι τα επόμενα, η Αθήνα και η Ελλάδα θα ακολουθήσουν, κι ύστερα το Παρίσι και ο κόσμος. Η ταυτότητά μας είναι πολυεπίπεδη. Οι γεωγραφικοί τόποι την οικοδομούν ως πολιτιστικές αναφορές και την δομούν με τις συναισθηματικές μεταβλητές που ενσωματώνουμε από αυτούς.

-Τι κερδίσατε, τι χάσατε ως νομάς;
-Η αποτίμηση είναι δύσκολη. Κέρδη και απώλειες μάλλον ισοψηφίζουν.

-Την «Έξοδο» που είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας σας, τι θα ακολουθήσει και πότε; 
-Ακολουθεί το δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας σε λίγες μέρες, ενώ το τρίτο μυθιστόρημα θα κυκλοφορήσει το 2019. Από εκεί και πέρα διάφορα άλλα πράγματα είναι στα σκαριά, ποίηση, ερευνητική δουλειά στον χώρο της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής επιστήμης. Κάποιες μελέτες στον χώρο της λογοτεχνίας. Κάποια από αυτά παραμένουν σε επίπεδο σκέψεων, κάποια τρέχουν ήδη.

Η αυταπάτη δεν έχει πάντα αρνητικό πρόσημο

Επιλέγω κάποιες φράσεις από το βιβλίο σας που ακούγονται αποσπασματικά από τα χείλη ηρώων σας και τους βάζω ερωτηματικό για να μας τις αναπτύξετε:
 
-Έδιωξε η πρόοδος τους ανθρώπους; 
-Από την Πενταλιά ναι! Με μια διαφορετική διαχείριση θα μπορούσε να μη είχε συμβεί. Και αυτό ισχύει και σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Οι άνθρωποι αναζητούν κάτι καλύτερο που τους  το προσφέρει η πρόοδος. Αν τους το προσφέρεις στον τόπο τους, τόσο το καλύτερον γι’ αυτούς.

-Η Ευρώπη έκλεισε τα μαγαζιά, πήρε τις δουλειές από τους τεχνίτες; 
-Ναι, αλλά υπήρχαν ίσως εναλλακτικές πολιτικές για άλλες δουλειές, για μια διαφορετική ανάπτυξη.

-Στην Πενταλιά ανθίζουν ακόμα οι αμυγδαλιές; 
-Ανθίζουν και ελπίζω να ανθίζουν πάντα!

-Μπορούμε να περισώσουμε ό,τι περισώζεται; 
-Ναι μπορούμε να περισώσουμε πολλά πράγματα! Με λίγη φαντασία όλα είναι δυνατά. Η φαντασία στην εξουσία, όπως φώναζαν πριν πενήντα χρόνια ο νέοι στο Παρίσι, το Μάη του ’68.

-Πώς ανοίγει κάποιος τις κλειστές πόρτες του κόσμου;
-Με αγώνες, με φαντασία και με την πίστη ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και πρέπει να αλλάξει!

-Ο άνθρωπος αγαπά την περιπλάνηση και την αυταπάτη λέει στο βιβλίο ο Αλέξανδρος. Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης τι λέει; 
-Στο ίδιο μήκος κύματος! Η αυταπάτη δεν έχει πάντα αρνητικό πρόσημο. Ενσαρκώνει λίγο τη δημιουργική ουτοπία.

-Εν τέλει θα τον αλλάξουμε τον κόσμο Αλέξανδρε;
-Δεν έχουμε άλλη επιλογή! Κάψαμε τα γεφύρια πίσω μας.