Όταν κυοφορείται ένα μεγάλο έργο (ή ακόμα και μικρό) που έχει να κάνει με το μέλλον του τόπου, με το δικό μας μέλλον, θα θέλαμε να εμπιστευόμαστε αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις. Πως γνώμονα έχουν το καλό του τόπου και μόνο αυτό. Πως έχουν εξετάσει πολύ καλά το θέμα, έχουν προσμετρήσει όλους τους παράγοντες, υπάρχουν τεκμηριωμένες έρευνες που απαντούν σε όλα τα ενδεχόμενα και αυτοί στους οποίους εμπιστευτήκαμε τη διαχείρηση του τόπου είναι σίγουροι για αυτό που πάνε να κάνουν.
Εδώ και μια βδομάδα όμως παρακολουθούμε ένα θέατρο του παραλόγου. Μία κυβέρνηση και μία πολιτική ηγεσία που αυτοσχεδιάζουν αγόμενοι και φερόμενοι από ξένες δυνάμεις, ξένα συμφέροντα, χωρίς πειστικές εξηγήσεις για το τι πρέπει να γίνει ή να μην γίνει. Τη μια η κυβέρνηση παρουσιάζεται έτοιμη να προχωρήσει. Βγαίνει κι ο έρμος ο αρμόδιος υπουργός και ανακοινώνει περιχαρής την εκκίνηση του έργου. Και πριν περάσουν λίγες ώρες κάνει πίσω. Ανακοινώνει πως θα συνέλθει το υπουργικό την τάδε ώρα. Η σύνοδος αναστέλλεται, επανακαθορίζεται κι αναστέλλεται ξανά. Τα κόμματα παρακολουθούν σχεδόν αμήχανα.
Ακόμα κι αν είναι για καλό η υπό συζήτηση ενεργειακή σύνδεση μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου με Ελλάδα και Ισραήλ, πως μπορείς να εμπιστευτείς ένα πρόεδρο που δεν μπορεί να πάρει απόφαση; Πως μπορείς να εμπιστευτείς μία κυβέρνηση που μοιάζει να κινείται στα τυφλά κι όπου μας βγάλει; Ένα έργο δισεκατομμυρίων, τόσο σημαντικό, με τόσους κινδύνους και τόσες υποσχέσεις δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τόση προχειρότητα. Αυτή την στιγμή ο πρόεδρος μοιάζει να πρέπει να αποφασίσει με το πιστόλι στον κρόταφο. Με πολλά πιστόλια στον κρόταφο. Γνώμονας δεν είναι πλέον το συμφέρον του τόπου. Ίσως και να μην ήταν ποτέ, αλλά πλέον όλα μοιάζουν νεφελώδη. Κυρίως στο μυαλό του προέδρου. Η όποια απόφαση, υπό τις συνθήκες όπως έχουν διαμορφωθεί, δεν μπορεί παρά να τρομάζει.
Πριν την εξαγγελία τόσο μεγάλων και πολύπλοκων έργων θα πρέπει να είναι κανείς σίγουρος. Να μπορεί να υποστηρίξει με κάθε πειστικότητα την απόφαση ώστε οι πολίτες να μπορούν να εμπιστευτούν τον ηγέτη τους. Δεν μπορεί να γίνεται η εξαγγελία με στόχο να μετρηθούν οι αντιδράσεις -εσωτερικές και εξωτερικές- κι αναλόγως πράττουμε.
Πόση αξιοπιστία μπορεί να έχει πλέον ένας πρόεδρος και μία κυβέρνηση; Πως μπορείς να τον εμπιστευτείς και στα υπόλοιπα; Ακόμα κι όταν εξαγγέλλει το διορισμό ελεγκτικού συμβουλίου, μπορεί εύκολα κάποιος να πιστέψει πως στόχος είναι ο εκσυγχρονισμός; Και γιατί να θέλεις να εκσυγχρονίσεις μία υπηρεσία που αποδεδειγμένα εργάζεται καλά; Το μόνο που μπορεί να καταλογίσει ο πρόεδρος στο γενικό ελεγκτή είναι πως μιλά πολύ. Ο εκσυγχρονισμός επιδιώκει μήπως τη σιωπή;