Το «πραξικόπημα» κατά της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και του Οδυσσέα Μιχαηλίδη ολοκληρώθηκε.
Μην ενοχλείτε την εξουσία, δαγκώνει! Αυτό είναι το μήνυμα που αποκομίζουν οι πολίτες από την –ομόφωνη και ισοπεδωτική– απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου να απολυθεί ο ενοχλητικός για την εξουσία Γενικός Ελεγκτής «λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς», όπως ακριβώς ήθελαν οι «ενοχλημένοι» Εισαγγελείς μας (και όχι μόνο αυτοί). Ανοίγει έτσι ο δρόμος για μιαν άλλου τύπου Ελεγκτική Υπηρεσία, διακοσμητική και «φρόνιμη», όχι απλώς όπως στο παρελθόν αλλά χειρότερη, στον βαθμό που θα χειραγωγείται από τους εκπροσώπους της εξουσίας – αυτής της ίδιας εξουσίας που είναι αντικείμενο ελέγχου: Το ζητούμενο, πώς να ελέγχεις τους ελεγκτές που σε ελέγχουν, επετεύχθη δικαστικά, όμως αυτό δεν είναι νομικό ζήτημα αλλά κυρίως πολιτικό: Η απουσία ελέγχου τρέφει τη διαφθορά.
Μου έκανε εντύπωση το θάρρος των δικαστών του Ανωτάτου να κοντραριστούν με την πλειοψηφία της κοινής γνώμης. Αν και αυτή δεν είναι πάντα εχέγγυο ορθής κρίσης, σ’ αυτή την περίπτωση πιστεύω πως η διαφωνία της είναι. Βέβαια, το «θάρρος» τους πηγάζει από το ότι δεν διακινδυνεύουν τίποτα, δεν κρίνονται από κανέναν και είναι ανεξέλεγκτοι – όμως η ανεξαρτησία τους είναι το άλλοθι της λοξής απονομής δικαιοσύνης, παντού και πάντα. Ωστόσο, όλοι κρίνονται εκ του αποτελέσματος, και η απόφασή τους συνιστά ένα πολύ κακό προηγούμενο για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες – για την ελευθερία του λόγου συγκεκριμένα και του δικαιώματος άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου και κριτικής στις πράξεις και στα άτομα της εξουσίας: Δικαστές, εισαγγελείς, υπουργοί, βουλευτές, δημόσιοι υπάλληλοι, ο ίδιος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας – κανείς τους δεν (μπορεί να) είναι υπεράνω. Η απόφαση του Ανωτάτου φαλκιδεύει και ακυρώνει αυτό το υπέρτατο δικαίωμα του πολίτη – αυτόν εκπροσωπεί, άλλωστε, ο Γενικός Ελεγκτής.
Θέλω να σταθώ σε ένα σημείο που αναφέρεται στην απόφαση: Ο εκπρόσωπος του INTOSAI (International Organization of Supreme Audit Institutions) διαπιστώνει στην κατάθεσή του ότι στην Κύπρο «…δεν υπάρχει σαφής νομική ερμηνεία για τις εξουσίες της Ελεγκτικής Υπηρεσίας να διεξάγει τον έλεγχο, καθώς και για τη νομιμότητα των περιορισμών στην πρόσβαση στις πληροφορίες που αντιμετωπίζει η Ελεγκτική Υπηρεσία». Νομίζω πως το λάθος του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, στην προσπάθειά του να υπερβεί αυτούς τους περιορισμούς, ήταν ότι χρησιμοποίησε τη δημοσιότητα, αλλά με τρόπο που τον άφησε εκτεθειμένο: Εκεί στηρίχθηκαν οι δικαστές για να τον κατηγορήσουν ότι ήταν «εκτός ορίων» (ποια ακριβώς είναι αυτά;), ότι χρησιμοποιούσε το Twitter και τα σόσιαλ μίντια «παραπλανώντας την κοινή γνώμη», γενικότερα ότι δεν φέρθηκε έντιμα, αντικειμενικά, ασκούσε τις εξουσίες του με λάθος τρόπο. Τον «στόλισαν» με ένα πλήθος ιδιαίτερα εξευτελιστικών επιθέτων. Δεν βρήκαν ούτε μια καλή κουβέντα για έναν άνθρωπο που υπηρέτησε έναν σημαντικό θεσμό επί 10 χρόνια, φέρνοντας στο φως αναρίθμητες περιπτώσεις παραβάσεων, παρατυπιών και διαφθοράς στο δημόσιο. Δεν έκανε τίποτα σωστά επειδή ο τρόπος του δεν ήταν αυτός που θα προτιμούσαν οι δικαστές;
Οι ασκούντες εξουσία οφείλουν καθημερινά να δίνουν εξετάσεις ορθής κρίσης, ηθικής κ.λπ. στους πολίτες για τις αποφάσεις τους. Από την περασμένη Τετάρτη, ένα μέσο άσκησης κριτικής και ελέγχου, λειψό έστω, μας αφαιρέθηκε. Στο μέλλον, ο νέος Ελεγκτής (και όχι μόνο αυτός) θα σκέφτεται πολύ πριν εκφράσει την άποψή του, ιδίως πριν αποδώσει ευθύνες σε δημόσιο πρόσωπο, θεσμό ή οργανισμό που ελέγχει – ο «αυτοπεριορισμός» που αναμένουν οι δικαστές από έναν Ελεγκτή. Αν η άσκηση ελέγχου κρίνεται ως ανάρμοστη και ανεπίτρεπτη στον κατ’ εξοχήν αρμόδιο, τότε όλοι εμείς είμαστε δυο φορές πιο ένοχοι απ’ αυτόν για ανάρμοστη συμπεριφορά. Μπορεί να κάνουμε λάθος – μπορεί και ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης να έκανε λάθη. Όμως, αν οκτώ κορυφαίοι δικαστές αποφάσισαν ότι ο έλεγχος υπόκειται σε (ασαφείς και αμφισβητούμενες) διαβαθμίσεις, επιτρεπόμενες και μη –απαγορεύεται ο σκληρός, άδικος, ασεβής ή και προσβλητικός ενδεχομένως–, ποιος είναι ο αρμόζων; Είναι σωστό όσοι παίρνουν αποφάσεις για λογαριασμό μας να μπορούν να ισχυρίζονται αυθαίρετα, αδιαφανώς και χωρίς αντίλογο ότι είναι «για το καλό μας» και «υπέρ του δημοσίου συμφέροντος», ενώ η αμφισβήτησή τους να θεωρείται ανάρμοστη; Αυτό δεν είναι γνώρισμα μιας κοινωνίας ελεύθερης, αλλά μιας πολιτείας υποταγμένης στους λίγους ισχυρούς, στη διαπλοκή και στη διαφθορά. Η εξουσία μπορεί να το θέλει, εμείς όμως –η αληθινή εξουσία– όχι!
chrarv@philelefheros.com
MINORITY REPORT, 22.09.2024