Θέλει, λέει, να ελέγχει τη διαφθορά. Σκοτώστε τον! Παράφραση του καζαντζακικού «Θέλει, λέει, να ’ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!» που τέθηκε ως υπότιτλος του συγκλονιστικού «Οι Αδερφοφάδες», ενός βιβλίου που εκτυλίσσεται στο φανταστικό χωριό Κάστελος, στα χρόνια του ελληνικού Εμφυλίου. Το χωριό βρίσκεται υπό τον έλεγχο του στρατού και πολιορκείται από τους αντάρτες, καθώς ο ιερέας του, παπα-Γιάνναρος, δεν δέχεται τον θάνατο ως τετελεσμένο του διχασμού και προσπαθεί να πετύχει κάποια συμφιλίωση. Πρόκειται, όπως έχει καταγραφεί, για ένα βιβλίο-ύμνο στην ελευθερία του ανθρώπου, στην υπέρτατη αξία της ζωής πάνω από κάθε ιδεολογία.

Ταιριάζει γάντι στην ιστορία του δυστυχώς πρώην Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη, όσο κι αν ενοχλεί που τον συγκρίνουμε με κάτι τόσο σπουδαίο όπως την έστω φανταστική μορφή του παπα-Γιάνναρου. Ο Οδυσσέας ενοχλούσε ένα ολόκληρο σύστημα αλλά και αρκετούς που δεν μπορούσαν να αναλάβουν την ευθύνη της ελευθερίας, της καθαρότητας, της καταπολέμησης της διαφθοράς και γι’ αυτό έπεσαν να τον φάνε. Αποτελούσε και ελπίζουμε να συνεχίσει να αποτελεί, με κάποιον τρόπο, ένα κακό αγκάθι για τους ευνοούμενους μιας σαθρής πολιτείας που διοργανώνει -για χάρη τους- μικρές ή μεγάλες κραιπάλες εδώ και δεκαετίες.

Γι’ αυτό έπρεπε να φαγωθεί ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης. Όχι γιατί ήταν ένας άνθρωπος που εξέφραζε τον θυμό, την απελπισία και την αγανάκτησή του στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου, στο Τουίτερ και αλλού, μα ακριβώς γιατί ήταν ο αξιωματούχος αυτής της σαπίλας, που είχε διάθεση να το παλέψει για κάτι καλύτερο. Αυτό ήταν μεγάλη υπόθεση, όχι μόνο για τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Βοηθό του, τον τέως ή τον νυν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τους κομματάρχες και όσους συμμετείχαν στο αδιάκοπο πάρτι διαπλοκής, αλλά και για μερίδα της κοινωνίας που ξεσκίστηκε εδώ και μέρες, να μας κουνά το δάκτυλο για κάποιου είδους νομιμοφροσύνη, για τους δικαστές, για την αμφισβήτηση των θεσμών -σάμπως και δεν δικαιολογείται- για τον Οδυσσέα που προκαλούσε την τύχη του επειδή «ώρες ώρες ήταν υπερβολικός».

Μα φυσικά ο Οδυσσέας προκαλούσε την τύχη του και οποιοσδήποτε αποφάσιζε να συγκρουστεί με τα συμφέροντα και αυτό το θεμελιωδώς διεφθαρμένο κατεστημένο, θα προκαλούσε την τύχη του. Και γι’ αυτό εμπνέει τόσο σεβασμό στη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Όχι γιατί «μιλούσε πολύ», όπως τον κατηγορούν οι φλύαροι «ναιμεναλλάκηδες», αλλά γιατί ενώ μπορούσε να απολαύσει τον διορισμό του και να εμφανίζεται μια φορά τον χρόνο κατά την παράδοση της ετήσιας έκθεσής του στο Προεδρικό, ρίσκαρε, συγκρούστηκε, πάλεψε μήπως και σωθεί αυτό το κράτος, οι θεσμοί, οι υπηρεσίες του. Χωρίς ιδιαίτερες φωνασκίες ή απαιτήσεις για να αντιμετωπίζεται ως ο «Ρομπέν των Δασών» ή ο… Λένιν, αλλά με όρεξη για έλεγχο κατά πάντων.

Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται υπερβολικά, ειδικά για όσους προσπαθούν να μας πείσουν ότι η παύση του είναι νομική απόφαση και πρέπει να τη σεβαστούμε αλλά, αν μη τι άλλο, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης άφησε μια μεγάλη κληρονομιά και αυτό φάνηκε αφενός από τη δουλειά του και αφετέρου από τη δημοφιλία του -αξίζει κανείς να ξαναδεί τον αποχαιρετισμό του στην Ελεγκτική Υπηρεσία και την εκτίμηση των συνεργατών του. Στο διά ταύτα, δεν ξέρουμε τι θα κάνει ο κ. Μιχαηλίδης, αν θα ασχοληθεί με την πολιτική ή αν θα μείνει σπίτι του, αλλά η παύση του είναι η επιβεβαίωση πως ήταν το τελευταίο ανάχωμα σε ένα σαθρό σύστημα που θέλει να παραμείνει σαθρό για να παρτάρει -κρυφά ή φανερά- μια συγκεκριμένη ελίτ πρώην και νυν πολιτικών και φίλων τους. Το δυστυχές είναι που κάποιοι επιμένουν να ισχυρίζονται ότι ο Οδυσσέας είναι προβληματικός, με «επιχειρήματα» την επιστολή του πατέρα του ή το σχόλιο του γιου του. Ωσάν να θέλαμε γαμπρό και όχι Γενικό Ελεγκτή. Και τώρα;