Η Μάγκι ερχόταν στο νησί κάθε καλοκαίρι, φέρνοντας μαζί της ένα αλλιώτικο δροσερό αέρα από τη Μεγάλη Βρετανία: Νέες τάσεις της μόδας, νέες κομμώσεις μαλλιών, μα κυρίως πολλές νέες κασέτες με ξένα συγκροτήματα και τραγουδιστές. Μιλούσε τα εγγλέζικα «φαρσί» εφόσον γεννήθηκε, ζούσε και πήγαινε σχολείο στην αγγλική πρωτεύουσα. Τα κυπριακά της ήταν επίσης εξίσου καλά, τα μιλούσε στο σπίτι με τους γονείς αλλά και με όλους τους συμπατριώτες της στην κυπριακή παροικία.
Περνούσε το καλοκαίρι στη θεία της που ήταν γεροντοκόρη και την είχε σαν δικό της παιδί. Τον Αύγουστο που έκλειναν τα εργοστάσια έρχονταν και οι γονείς της να παραθερίσουν, να δουν συγγενείς και φίλους, να χαρούν τον ήλιο, τη θάλασσα και το βουνό. Για χρόνια ξυπνούσαν και κοιμούνταν με τον πόθο της επιστροφής στο νησί, όταν θα αφυπηρετούσαν και θα είχαν αποκαταστήσει το μοναχοπαίδι τους με κυπριόπουλο οπωσδήποτε, μόνιμο κάτοικο του νησιού.
Στην αυλή της θείας άραζαν ολημερίς στον ίσκιο της κληματαριάς, ενώ οι πυκνές φυλλωσιές της δεν άφηναν ούτε ηλιαχτίδα να περάσει, θροΐζοντας με το πρώτο αεράκι. Εκεί προγευμάτιζαν, έτρωγαν το μεσημεριανό τους, τον απογευματινό καφέ και το βράδυ το καρπούζι με το χαλούμι τους. Μέχρι και κρεβάτι έβγαζαν για τα ζεστά μεσημέρια και βράδια. Τα τσαμπιά των σταφυλιών κρέμονταν αστραφτερά και λαχταριστά, μέχρι να ωριμάσουν και να συμπληρώσουν μαζί με το καρπούζι και τα σύκα, το τρίπτυχο της γεύσης του απόλυτου κυπριακού καλοκαιριού.
Το φθινόπωρο, επιστρέφοντας πίσω στο γκρίζο μουντό Λονδίνο εκτός από τις φίζες με τα χαλούμια στις χειραποσκευές τους, είχαν τις βαλίτσες τους γεμάτες παστόσυκα, σταφίδες και σουτζιούκκους, γεύσεις πατρίδας για τις κρύες ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα. Μόνη τους ψυχαγωγία οι γάμοι με λαούτα και βιολιά που γίνονταν τα Σαββατοκύριακα στον ορθόδοξο ναό. Τότε φορούσαν τα καλά τους κι έσμιγαν με τους Ελληνοκύπριους της παροικίας, γλεντώντας ως το πρωί.
Τέτοιο γάμο ονειρεύονταν και για το μοναχοπαίδι τους, μα τα όνειρά τους γκρεμίστηκαν όταν τους κάλεσαν στο σχολείο για να τους ανακοινώσουν πως το κορίτσι τους ήταν έγκυος. Θρήνοι έβγαιναν για μέρες από το σπίτι τους, ακριβώς όπως το καλοκαίρι του 1974 όταν είχε γίνει το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή στο νησί. Τα νέα της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και της διακοπής της διαδόθηκαν στην παροικία. Δις αμαρτωλή «κατεστραμμένη» και καταδικασμένη στην κόλαση, την απέφευγαν πλέον, οι άλλες κυπριοπούλες. Το ρητό ξεκάθαρο «παρά να σου φκει το όνομα, καλλύττερα τ’ αμμάτιν».
Η θεία στο νησί ήταν κι αυτή απαρηγόρητη. «Τζ’ άλλες παθαίνουν τα ίδια αλλά τουλάχιστον σιωπούν. Τούτοι όμως εκάμαν το τουτούκιν. Ήταν ανάγκη να παν στα δικαστήρια αντί να κρύψουν τζαι να το σιεπάσουν;». Ενώ γονείς και θεία μαράζωναν για το ζοφερό της μέλλον, η ίδια δεν φαινόταν να στενοχωριέται, απολαμβάνοντας μάλιστα την ελευθερία που της πρόσφερε η μη διαφύλαξη της παρθενίας της ως κόρη οφθαλμού και ως το πολυτιμότερο αγαθό και αρετή που διέθετε ένα κορίτσι της δεκαετίας του 70 τόσο στην παροικία, όσο και στο ανατολικότερο νησί της Μεσογείου.
Στις θερινές της διακοπές βρισκόταν στο επίκεντρο της παρέας, στην παραλία ή στις καφετέριες. Ήταν η ξένη, η απελευθερωμένη από ταμπού, με τα μοντέρνα και ροκ ντυσίματα, με μαλλί και μάτια βαμμένα όπως την Amy Winehouse. Οι φίλες και ξαδέλφες της με τις μακριές φούστες, λες και μόλις είχαν βγει από το κατηχητικό. Κάθε τόσο εξαφανιζόταν από την παρέα ενώ αν έψαχνες τριγύρω, μπορεί να έλειπε και κάποιο αγόρι από το πιο κάτω τραπέζι. Επέστρεφε πίσω γελαστή, με κόκκινα μάγουλα ολίγον τι αναμαλλιασμένη, συνεχίζοντας τη κουβέντα από εκεί που έμεινε, λες και δεν είχε φύγει ούτε στιγμή.
Όλες οι φίλες την αγαπούσαν, καλοσυνάτη και ευχάριστη, χωρίς τις ζήλειες ή τις κακεντρέχειες των κοριτσιών που περνούσαν τις κρίσεις εφηβείας τους, μες στην καταπίεση της δεκαετίας του 70. Στην αυλή κάτω από την απέραντη σαν αλέα κληματαριά της θείας, άκουγαν τις κασέτες της Μάγκι και αυτή σ’ ένα κομμάτι χαρτί έγραφε τους στίχους στα αγγλικά, εξηγώντας τους τις άγνωστες λέξεις. Το τελευταίο τραγούδι που τους μετέφρασε ήταν το “One way ticket”, εισιτήριο χωρίς επιστροφή, από τους Eruption. Tον χειμώνα εκείνο πήραν προσκλητήριο για τον γάμο της με ένα Iταλό. Δεν την ξανάδαν εφόσον η θεία της έφυγε από τη ζωή και πλέον περνούσε τις διακοπές της στη Σικελία, τόπο καταγωγής του συζύγου της.
Μόνο κάθε Χριστούγεννα τους έστελνε ευχετήριες κάρτες και μια φωτογραφία, κάτω από το στολισμένο δέντρο, κρατώντας ένα νέο μέλος της οικογένειας στην αγκαλιά της. Είχε τα μαλλιά της πιασμένα πίσω σε κότσο, φορούσε μακριά φουστάνια και πάντα το ίδιο cameo στο λαιμό. Δεν είχε πια το σπινθηροβόλο τσαχπίνικο βλέμμα της αλλά κοιτούσε τα παιδιά της σαν μια Madonna του Botticelli.
dena.toumazi@gmail.com