Όταν κάποιος μεσήλικας λέει ότι πάει να δει τους «γέρους» του, εννοεί συνήθως ότι πάει να δει τον πατέρα του και τη μητέρα του. Για πολλούς από εμάς, δεν έχει σημασία το φύλο των «γέρων», όπως δεν έχει σημασία τίποτε που αφορά τους «γέρους». Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, είτε είναι άντρας, είτε είναι γυναίκα, είναι ένας «γέρος» και ο «γέρος» δεν έχει φύλο, δεν έχει διαφορά από τον κάθε άλλο «γέρο», δεν έχει δική του προσωπική ζωή, δεν έχει δική του ύπαρξη.
Ένας «γέρος» σε αυτό τον σκληρό και αδιάφορο κόσμο, είναι μια μη ύπαρξη, ένας πρώην άνθρωπος, ένας άνθρωπος που κάποτε υπήρξε άνθρωπος, υπήρξε δηλαδή νέος, δυνατός, αισιόδοξος, γελαστός, επιθυμητός και δημοφιλής.
Ένας φίλος κυβερνητικός γιατρός μου είπε ότι «οι περισσότεροι ηλικιωμένοι που νοσηλεύονται σε κρατικά νοσοκομεία, στην πραγματικότητα δεν χρειάζονται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αλλά φροντίδα και στοργή και θα έπρεπε να φιλοξενούνται σε κάποια γηριατρική κλινική ή να διαμένουν στο σπίτι μαζί με την οικογένειά τους».
Καταλάβατε; Οι «γέροι» οι συνωστισμένοι σε νοσηλευτικά ιδρύματα, οι ιδιότροποι «γέροι» που συνέχεια φωνάζουν ζητώντας τα χάπια και τις ενέσεις τους, δεν είναι φάρμακα, ενέσεις, ή χάπια που χρειάζονται, αλλά…ενδιαφέρον και αγάπη! Τα χάπια, οι ενέσεις, τα φάρμακα, δεν μπορούν να αποκαταστήσουν την υγεία τους, γιατί η υγεία τους βρίσκεται μάλλον…στο ηθικό τους. Αλλά πού είναι το ηθικό τους; Το ηθικό τους είναι πεθαμένο από τότε που νιώθουν την ηλικία τους σαν μια φυλακή με ψηλούς τοίχους, όπου οι άλλοι τους έκλεισαν και πέταξαν το κλειδί.
Δεν βλέπουμε τι γίνεται πίσω από τις φυλακές των γηρατειών. Δεν θέλουμε να δούμε, δεν θέλουμε να ξέρουμε, δεν θέλουμε καμιά επαφή. Ο φόβος των γηρατειών σε μια κοινωνία που θεοποίησε τη νιότη, κάνει τους «γέρους» αόρατους και απόντες – και κάνει την κοινωνία ακόμα πιο φοβική και πιο νευρωτική.