Κάποτε, όχι και τόσο μακρινά, το Κυπριακό αποτελούσε αδιαμφισβήτητα το πρώτο και κυρίαρχο θέμα δημόσιας συζήτησης. Ιδίως σε περιόδους προεκλογικού αναβρασμού, όταν τα πνεύματα εξάπτονταν και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις κορυφώνονταν, το εθνικό ζήτημα βρισκόταν στην κορυφή της ατζέντας. Η εξωτερική πολιτική, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις εξελίξεις του Κυπριακού, λειτουργούσε ως βασικό κριτήριο αξιολόγησης και επιλογής για το εκλογικό σώμα.
Οι πολίτες ψήφιζαν με γνώμονα -πέραν από το διαχρονικό ρουσφέτι-, τη στάση, τη στρατηγική και την αξιοπιστία των πολιτικών δυνάμεων απέναντι στο πρόβλημα που καθορίζει την ύπαρξη και το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ιδιαιτερότητα αυτή καθιστούσε την Κύπρο εξαίρεση σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο. Σε άλλες χώρες, το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης έπεφτε κυρίως στην οικονομία, στην κοινωνική πολιτική και στη διαχείριση της καθημερινότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνώς το Υπουργείο Οικονομικών θεωρείται το πιο νευραλγικό χαρτοφυλάκιο, με τον εκάστοτε υπουργό να κατέχει συχνά τη δεύτερη θέση στην κομματική ιεραρχία του κυβερνώντος κόμματος.
Στην Κύπρο, ωστόσο, λόγω του εθνικού ζητήματος, ο ρόλος αυτός ανήκε παραδοσιακά στο Υπουργείο Εξωτερικών. Και δικαιολογημένα, αν αναλογιστεί κανείς ότι απειροελάχιστα κράτη καλούνται να διαχειριστούν συνθήκες εισβολής, κατοχής και μιας συνεχιζόμενης απειλής.
Με το πέρασμα των χρόνων, όμως, παρατηρείται μια σταδιακή αλλά σαφής μετατόπιση του ενδιαφέροντος της κοινωνίας. Οι Κύπριοι ψηφοφόροι, όπως και ο πολίτες στις πλείστες χώρες του πλανήτη, εστιάζουν πλέον κατά κύριο λόγο σε ζητήματα οικονομικής φύσεως: Κόστος ζωής, ακρίβεια, μισθοί, στεγαστικό, εργασιακή ανασφάλεια. Παράλληλα, κοινωνικά προβλήματα όπως η διαφθορά, τα σκάνδαλα πάσης φύσεως, η διαπλοκή, η κρίση θεσμών και το μεταναστευτικό απασχολούν έντονα τον δημόσιο διάλογο. Το Κυπριακό, χωρίς να εξαφανίζεται, υποχωρεί σταδιακά σε δεύτερο ή και τρίτο κριτήριο επιλογής.
Η εξέλιξη αυτή γεννά εύλογα και ανησυχητικά ερωτήματα. Μας έχει κουράσει το Κυπριακό; Έχουμε εξαντληθεί ψυχικά από δεκαετίες αδιεξόδων, αποτυχημένων διαπραγματεύσεων και διεθνούς απάθειας; Και αν ναι, μήπως αυτή η κόπωση μετατρέπεται σιωπηρά σε αποδοχή της μοίρας μας; Σε μια αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη διαδικασία «ξεγραψίματος» του προβλήματος;
Ο κίνδυνος είναι προφανής. Ο χρόνος, όταν δεν συνοδεύεται από ενεργή διεκδίκηση και πολιτική εγρήγορση, παγιώνει τα τετελεσμένα. Η εισβολή και η κατοχή κανονικοποιούνται στη συλλογική συνείδηση, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές που δεν έζησαν τα γεγονότα του 1974.
Η διεθνής κοινότητα συνηθίζει τη de facto διχοτόμηση, ενώ η Τουρκία προωθεί σταθερά λύσεις που εξυπηρετούν τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα. Μια «τουρκική λύση», αυτό ακριβώς που ανέκαθεν φοβόμασταν, παύει να φαντάζει ακραίο σενάριο και μετατρέπεται σε πιθανό μέλλον;
Η ενασχόληση με τα καθημερινά και πιεστικά προβλήματα της κοινωνίας είναι απολύτως θεμιτή και αναγκαία. Όμως, όταν αυτή γίνεται εις βάρος της εθνικής συνείδησης και της ιστορικής μνήμης, τότε το τίμημα μπορεί να αποδειχθεί βαρύ. Το Κυπριακό δεν είναι ένα ακόμη ζήτημα πολιτικής ατζέντας. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται το παρόν και το μέλλον του τόπου. Και η αδιαφορία απέναντί του ίσως αποδειχθεί η πιο επικίνδυνη επιλογή όλων.