Ας παραδεχτούμε ότι έχουν γίνει λίγα βήματα από την εποχή που οι γονείς αποκλήρωναν τα παιδιά τους όταν εξέφραζαν την επιθυμία να γίνουν καλλιτέχνες, ή αν δεν τα αποκλήρωναν τα προέτρεπαν να βρουν πρώτα μια «κανονική δουλειά».

Πολύ λιγότερα βήματα έχουν γίνει από το 2020 όταν η πανδημία έδειξε χωρίς προσχήματα πόσο εκτεθειμένοι ασφαλιστικά είναι οι δημιουργοί, τότε που αναγκάστηκαν να διεκδικήσουν δυναμικά τα αυτονόητα και αντιμετωπίστηκαν περίπου σαν ζήτουλες. Ή, ακόμη, από το 2013 όταν η κυβέρνηση για να γλιτώσει μερικά ψίχουλα κατάργησε εν μέσω κρίσης το τιμητικό χορήγημα, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η προσφορά στην τέχνη δεν θεμελιώνει δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Υπενθυμίζω ότι εκείνη την εποχή η Κυπριακή Πολιτεία δεν είχε καμία αναστολή να καταδικάσει, ουσιαστικά, παλαίμαχους της δημιουργίας και της διανόησης σε εξαθλίωση, σ’ ένα ανηφορικό κατευόδιο κατά το τελευταίο στάδιο της ζωής τους. Κατά κάποιον τρόπο, πέρα από την πίκρα ή την απόγνωση, έκαναν τους ανθρώπους αυτούς να αισθάνονται και κορόιδα που αφιέρωσαν τη ζωή τους για να κάνουν τη δική μας λίγο πιο υποφερτή.

Πιστεύετε ότι εν έτει 2026 έχουν εκλείψει περιπτώσεις καλλιτεχνών που ζουν στα όρια της πείνας και συνεχίζουν να δημιουργούν μέσα σε άθλιες για την πορεία τους συνθήκες- επειδή δεν μπορούν να κάνουν και αλλιώς; Γελιέστε. Κι αν δεν ήταν ζήτημα αξιοπρέπειας ή διακριτικότητας θα βλέπατε τέτοιες περιπτώσεις να παρελαύνουν στα αδυσώπητα κοινωνικά δίκτυα.

Το τρέχον έτος ξεκίνησε με την τελετή έναρξης της Προεδρίας. Όταν άναψαν τα φώτα, όλα έμοιαζαν τακτοποιημένα. Το σκηνικό είχε στηθεί, οι προβολείς ήταν στραμμένοι, οι κάμερες πήραν θέση, ο πολιτισμός- όπως τον κάνει κέφι η εξουσία- ήταν παρών. Χρώμα, ρυθμός, συμβολισμοί, εικόνες και ήχοι έφτασαν στο κοινό, σε μεγαλόσχημους θεατές και ταπεινούς τηλεθεατές.

Είτε άρεσε σε κάποιον το καλλιτεχνικό μέρος, είτε όχι, κοινή παραδοχή είναι ότι ήταν αναγνωρίσιμο, αξιοπρεπές, όσο γίνεται αντιπροσωπευτικό της καλλιτεχνικής σκηνής. Για μια φορά ακόμη, οι καλλιτέχνες έβγαλαν τη χώρα ασπροπρόσωπη, σώζοντας το αφήγημα και δίνοντας υπόσταση σε μια πολιτική στιγμή, παράγοντας ένα αποτέλεσμα που μπορεί να σταθεί διεθνώς.

Όταν όμως τα φώτα έσβησαν, ο πολιτισμός επέστρεψε στο ημίφως του περιθωρίου και στις εργοστασιακές ρυθμίσεις: επισφάλεια, αγνωμοσύνη, μιζέρια. Για τους έχοντες τα ηνία και τους λήπτες των αποφάσεων δεν είναι κάτι παραπάνω από μόστρα. Κάτι που μπορείς να ενεργοποιείς κατά παραγγελία, όπως τα φώτα της σκηνής. Ωστόσο, συνειδητά ή ασυνείδητα, κάθε κοινωνία αποκαλύπτει την ιεραρχία των αξιών της από το πώς φέρεται στα πιο εκτεθειμένα μέλη της και ακόμη περισσότερο σε εκείνα που προσφέρουν χωρίς εγγυήσεις ανταπόδοσης.

Οι καλλιτέχνες- ιδίως όταν πάψουν να είναι νέοι, δραστήριοι, φωτογενείς- συγκαταλέγονται μοιραία σ’ αυτή την κατηγορία. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι διδαχές των πρόσφατων αλλεπάλληλων κρίσεων ήταν σαφείς και απέδειξαν ότι ο πολιτισμός δεν είναι απλώς δείκτης ευημερίας, αλλά πυξίδα. Η οποία, όταν στρεβλώνεται, χάνει τον προσανατολισμό της η ίδια η κοινωνία.

Δεν υπάρχει κυβέρνηση που να μην «αγαπά» τον πολιτισμό όταν θέλει να «δειχτεί» σε επίσημες περιστάσεις. Στην κανονική ροή, όμως, τον αντιμετωπίζει ως περιττό έξοδο ή πολυτέλεια. Και δεν διστάζει, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ να περάσει το μήνυμα ότι οι άνθρωποί του, που κουβάλησαν την ψυχή της χώρας, είναι αναλώσιμοι κι άμα λάχει αποσύρει και την ελάχιστη ηθική ανταπόδοση που τους όφειλε. Η συζήτηση για την κατοχύρωση της ιδιότητας του καλλιτέχνη εξακολουθεί να σέρνεται στις καλένδες και η καλλιτεχνική εργασία, στην πράξη και στους τύπους, αντιμετωπίζεται ως χόμπι και καπρίτσιο, που συν τω χρόνω θα εγκαταλειφθεί. Είναι κάτι θεσμικά ασαφές, που μοιάζει με τον τετραγωνισμό του κύκλου και δεν φαίνεται να λύνεται στο βάθος του ορίζοντα.

Το τελευταίο διάστημα στη Γαλλία του Μακρόν έχει ανοίξει μια καίρια συζήτηση με σημείο εκκίνησης τη λειτουργία του CNAP, του Εθνικού Κέντρου Εικαστικών Τεχνών και κατά προέκταση αφορά και τις δημόσιες δαπάνες για τον πολιτισμό. Πίσω από αριθμούς, εκθέσεις, ιδεολογικές συγκρούσεις, αναδύεται κάτι βαθύτερο κι αυτό είναι η παραδοχή ότι το κράτος έχει ρόλο στη στήριξη της ζώσας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Όχι επειδή αυτή είναι πάντα «ορατή» ή «επικερδής», αλλά επειδή συγκροτεί ένα συλλογικό αρχείο μνήμης και ταυτότητας. Δηλαδή, έναν καταγραφέα της εποχής του.

Η συζήτηση αφορά το αν είναι καθήκον της πολιτείας να στηρίζει μια όχι απαραίτητα εμπορεύσιμη παραγωγή. Αν αναγνωρίζει ότι η τέχνη δεν υπάρχει μόνο για να εκπροσωπεί τη χώρα διεθνώς, αλλά για να συγκροτεί (και να συγκρατεί) εσωτερικά μια κοινωνία.

Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε κανονικά να ισχύει και για την Κρατική Συλλογή Σύγχρονης Τέχνης στην Κύπρο. Να μην είναι απλώς ένα αόριστο θεσμικό αποθετήριο, αλλά φορέας του ίχνους της εποχής, παράλληλα με μια ηθική και οικονομική ανάσα για τους δημιουργούς. Μεγάλο μέρος της συλλογής αυτής βρίσκεται στις αποθήκες κι ένα όχι αμελητέο ποσοστό δεν έχει εκτεθεί ποτέ. Διότι δεν υπάρχει το πλαίσιο, υπολείπονται οι δομές και οι υποδομές. Αυτό δεν θα έπρεπε να είναι πρόβλημα από ερευνητικής σκοπιάς, αν κι εγώ λέω ότι πέρα από τις επιεικώς δυσλειτουργικές εγκαταστάσεις της Κρατικής Πινακοθήκης, τις πρεσβείες, τα δημόσια κτήρια και το ίδιο το Προεδρικό όπου φιλοξενούνται και επιδεικνύονται τμήματα της συλλογής, υπάρχουν προοπτικές για ακόμη καλύτερη αξιοποίηση.

Το ζήτημα όμως είναι ότι εκτός από τα έργα, λίγο- πολύ παραπεταμένοι ήταν και είναι και οι δημιουργοί τους. Σε σημείο που κάποιοι από αυτούς, καταξιωμένοι και χαρισματικοί καλλιτέχνες με διεθνή παρουσία, φτάνουν στον επίλογο της ζωής και της πορείας τους όντας οικονομικά και κοινωνικά εξαθλιωμένοι. Σε πλήρη αντίθεση με αυτούς που απολαμβάνουν στις γραφειάρες τους τα δημιουργήματά τους από την κρατική συλλογή και πρόκειται να απολαύσουν έγκαιρα παχυλές, συχνά και πολλαπλές συντάξεις και τόσα άλλα αυτονόητα ωφελήματα.

Διατυπώνεται κάπως τραχιά και λαϊκίστικα, αλλά είναι μια στοιχειώδης σύγκριση ηθικής τάξης. Και καλό είναι να έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι μια τέτοια αγνωμοσύνη μοιάζει με ύβρι, που επιστρέφει ως συλλογική ένδεια.

Ελεύθερα, 18.1.2026