Στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ετών κυριαρχεί όλο και πιο έντονα μια επικίνδυνη απλούστευση. Η αντίληψη ότι όλα είναι «άσπρο ή μαύρο». Ότι κάθε άποψη, κάθε δημόσια τοποθέτηση, οφείλει να καταταχθεί άμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η λογική αυτή δεν αφήνει χώρο για αποχρώσεις, για επιφυλάξεις, για σύνθετη σκέψη. Όποιος δεν συντάσσεται πλήρως με μια θέση, αυτομάτως τοποθετείται απέναντί της. Το δόγμα «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας», που αποδόθηκε χαρακτηριστικά στον Τζορτζ Μπους τον νεότερο μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, δεν έμεινε περιορισμένο στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Μεταφέρθηκε αυτούσιο στον κοινωνικό και πολιτικό λόγο, διαμορφώνοντας ένα τοξικό πλαίσιο συζήτησης.
Κι όμως, η πραγματικότητα σπάνια είναι δυαδική. Οι περισσότερες κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συζητήσεις κινούνται σε γκρίζες ζώνες. Εκεί όπου συνυπάρχουν αντιφάσεις, συγκρούσεις συμφερόντων και διαφορετικές οπτικές. Η ενδιάμεση άποψη, αντί να θεωρείται ένδειξη σύγχυσης ή αναποφασιστικότητας, είναι συχνά η πιο ώριμη και συνετή στάση. Προϋποθέτει κατανόηση του συνόλου, αναγνώριση της πολυπλοκότητας και διάθεση για διάλογο.
Παρ’ όλα αυτά, σήμερα αντιμετωπίζεται συχνά με καχυποψία ή και εχθρότητα, ακριβώς επειδή δεν εξυπηρετεί την ανάγκη για εύκολες ταμπέλες. Η ικανότητα να βλέπει κανείς τις αποχρώσεις, να αναγνωρίζει ταυτόχρονα ορθά και προβληματικά σημεία σε αντικρουόμενες θέσεις, αποτελεί βασικό στοιχείο κριτικής σκέψης. Και όμως, αυτή ακριβώς η στάση είναι που σήμερα λοιδορείται περισσότερο και κυρίως από τους εμμονικούς στους οποίους η αχρωματοψία τους εδράζεται άλλοτε από σκοπιμότητα και άλλοτε από άγνοια.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάλλαξη του δημόσιου λόγου έχει διαδραματίσει η εκρηκτική ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί άνθρωποι δεν είχαν τόσο άμεση πρόσβαση στη δημοσίευση και τον σχολιασμό απόψεων. Η δημοκρατικοποίηση της έκφρασης, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη καλλιέργεια της κριτικής ανάγνωσης. Αντιθέτως, η κατανόηση κειμένων και θέσεων γίνεται όλο και πιο επιφανειακή και αποσπασματική. Ένα απόσπασμα, μια φράση, ένας τίτλος ή ακόμη και μια λέξη αρκούν για να διαμορφώσουν άποψη και να πυροδοτήσουν καταδίκες ή επευφημίες χωρίς να λαμβάνεται υπόψην η ουσία ολόκληρου του αφηγήματος το οποίο, ακόμα και σε κάποιες περιπτώσεις συγκλίνει με τις δικές τους.
Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην αποκαλούμενη «κουλτούρα της αγανάκτησης» (outrage culture). Δηλώσεις πολιτικών, ακαδημαϊκών ή καλλιτεχνών απομονώνονται από το πλαίσιο στο οποίο ειπώθηκαν και μετατρέπονται σε αντικείμενο μαζικής κατακραυγής. Σύμφωνα με έρευνες του Pew Research Center (ανεξάρτητος, μη κερδοσκοπικός οργανισμός έρευνας κοινής γνώμης και κοινωνικών επιστημών), μεγάλο ποσοστό χρηστών δηλώνει ότι μοιράζεται άρθρα χωρίς να τα έχει διαβάσει ολόκληρα, βασιζόμενο αποκλειστικά στον τίτλο ή στα σχόλια τρίτων. Έτσι, η ερμηνεία δεν προκύπτει από το ίδιο το κείμενο αλλά από προκαταλήψεις, ιδεολογικές ταυτίσεις και συναισθηματικές αντιδράσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο λαϊκισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Πολύπλοκα ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η πανδημία, η κλιματική κρίση, η οικονομική ανισότητα κ.λπ., παρουσιάζονται ως απλοϊκά διλήμματα με εύκολους ενόχους και πρόχειρες λύσεις. Όποιος επιχειρεί να αναδείξει τις αντιφάσεις ή να εκφράσει μια πιο σύνθετη προσέγγιση, συχνά στοχοποιείται. Η ενδιάμεση άποψη, δυστυχώς, δεν είναι «ελκυστική», γιατί δεν προσφέρεται για συνθήματα ούτε για διαδικτυακή κατανάλωση. Και εφόσον βρισκόμαστε σ’ αυτή την εποχή (διαδικτυακής κατανάλωσης) στην λίστα προστίθενται και οι επιτήδειοι που ακολουθούν την πεπατημένη των “κλικ” ανάλογα με το ρεύμα (μεταφορική έννοια).
Δεν πρέπει, βέβαια, να παραγνωρίζεται και ο ρόλος των συμφερόντων, των προσωπικών συμπαθειών αλλά και της άγνοιας. Συχνά η επιλεκτική κατανόηση ενός κειμένου δεν οφείλεται στην αδυναμία του αναγνώστη, αλλά στη σκοπιμότητα. Διαβάζουμε αυτό που μας βολεύει, αγνοούμε ό,τι δεν εξυπηρετεί τη θέση μας και ερμηνεύουμε κατά το δοκούν, ώστε να επιβεβαιώσουμε όσα ήδη πιστεύουμε.
Τελικά, το πρόβλημα δεν είναι η διαφωνία. Η διαφωνία είναι υγιής και αναγκαία. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αδυναμία κατανόησης στο σύνολο. Όσο ο δημόσιος λόγος παραμένει αιχμάλωτος της αποσπασματικής ανάγνωσης και της απόλυτης πόλωσης, τόσο θα φτωχαίνει η ουσία του διαλόγου. Η υπεράσπιση της σύνθετης, ενδιάμεσης άποψης δεν είναι ουδετερότητα, είναι πράξη ευθύνης σε έναν κόσμο που φωνάζει πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι σκέφτεται.