Παρακολουθώ την Αστυνομία μας τις τελευταίες μέρες και πασχίζω από τη μια να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου ώστε να μην μετατραπώ σε λάτρη. Από την άλλη, η συγκίνησή μου για τη φοβερή δράση των τελευταίων ημερών είναι τόση ώστε δυσκολεύομαι να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Μέσα σε μερικές μέρες, οι αφιλότιμοι έκαναν στη Λάρνακα περισσότερες συλλήψεις απ’ όσες έκαναν τα προηγούμενα χρόνια.

Χρειάστηκε μόνο ένας καβγάς σε δρόμο, λίγοι πυροβολισμοί στη μέση της πόλης, ένα επεισόδιο με τσεκούρια και λοστούς, που έμοιαζε περισσότερο με σκηνή από σειρά του Netflix παρά με κυριακάτικο απόγευμα σε επαρχιακή πόλη. Και να, που η αμείλικτη ηγεσία της Αστυνομίας, σε όλα τα επίπεδά της, ανέλαβε εντυπωσιακή δράση.

Τύφλα να έχει η αστυνομία του Σικάγο! Βεβαίως, για να πούμε την αλήθεια, υπήρχε εκείνη η εντυπωσιακή λεπτομέρεια, που ήταν αρκετή για να ανάψει τα αίματα στο Αρχηγείο και στην Αστυνομική Διεύθυνση της πόλης. Ποια; Μα το αίμα φυσικά. Το οποίο δεν χύθηκε όπου να ‘ναι, αλλά στην είσοδο της τοπικής Αστυνομικής Διεύθυνσης. Τόλμησαν να λερώσουν το χαλάκι στο κατώφλι της, οι αθεόφοβοι της σύγκρουσης…

Κάπως έτσι, από το πουθενά, ανακαλύψαμε ότι στη Λάρνακα δεν υπάρχουν μόνο καφετέριες, ξενοδοχεία και φωτογραφίες για τουριστικά φυλλάδια. Υπάρχουν, άκουσον-άκουσον, και φατρίες, εκβιασμοί, «προστασία» με τιμοκατάλογο, φρουροί ασφαλείας με ύποπτες διασυνδέσεις, υπόδικοι για απόπειρα φόνου και επιχειρηματίες που φέρεται να παρεμβαίνουν σε δικαστικές διαδικασίες.

Όλα αυτά, βεβαίως, ήταν αόρατα μέχρι το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου. Μετά έγιναν ξαφνικά ολοφάνερα. Μέχρι στιγμής, 11 συλλήψεις ( ή μήπως περισσότεροι, με την ταχύτητα με την οποία περνάνε χειροπέδες σε άτομα χάσαμε τον μπούσουλα). Κάποιοι για ρίψη πυροβολισμών, ένας υπόδικος, «γνωστοί στις Αρχές», πρόσωπα που είχαν απασχολήσει ξανά και ξανά…

Γνωστοί ναι. Προφανώς, όμως, όχι αρκετά γνωστοί ώστε να ενοχλούσαν προηγουμένως. Έπρεπε να γεμίσουν οι δρόμοι αίμα για να αντιληφθεί η Αστυνομία ότι έπρεπε να τους μαζέψει. Γνωστοί ναι. Προφανώς, όμως, όχι τόσο γνωστοί ώστε να είχαν τεθεί υπό ουσιαστική παρακολούθηση όταν ζητούσαν €7.000 αρχικά και έπειτα €1.000 τον μήνα για να πουλούν «προστασία», σαν να πρόκειται για συνδρομητικό πακέτο.

Ναι αγαπητοί φίλοι, μιλάμε με σαρκασμό. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αντέξουμε τους τεράστιους παραλογισμούς σε αυτό τον τόπο. Βλέπετε, στην Κύπρο έχουμε οργανωμένο έγκλημα. Έχουμε, όμως, και οργανωμένη αμέλεια. Με κρατική σφραγίδα και σιωπηρή ανοχή.

Και επειδή τον σαρκασμό τον χρησιμοποιούμε ως μέθοδο ανάδειξης της υποκρισίας και του εμπαιγμού της κοινωνίας από τις Αρχές, έρχονται τα βασανιστικά ερωτήματα να τρυπήσουν το μυαλό μας. Αυτά τα ερωτήματα τα οποία κάθε νουνεχής άνθρωπος θα κάνει και τα οποία δεν απαντώνται από εκείνους που έχουν καθήκον να το πράξουν.

Πού ήσασταν τόσο καιρό; Πού ήταν η Αστυνομία; Πού ήταν η ηγεσία της; Πού ήταν η Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας; Πού ήταν οι προηγούμενοι Υπουργοί Δικαιοσύνης; Γιατί χρειάστηκε να μετατραπεί το κέντρο της πόλης σε πεδίο μάχης για να κινηθουν; Γιατί έπρεπε να δούμε τσεκούρια, πυροβολισμούς και τραυματίες για να αρχίσουν οι έρευνες; Μήπως πριν δεν υπήρχαν πληροφορίες; Μήπως δεν υπήρχαν καταγγελίες; Μήπως δεν υπήρχαν φατρίες; Ή μήπως όλοι αυτοί εμφανίστηκαν μαζικά το Σάββατο, σαν να ξεφύτρωσαν από το έδαφος;

Η απάντηση είναι απλή και συνάμα ενοχλητική: Υπήρχαν κύριοι, αλλά δεν τολμούσατε ή δεν θέλατε να τους αγγίξετε. Για χρόνια. Και τώρα, μέσα σε λίγες μέρες, μοιράζετε χειροπέδες λες και τις βγάζετε σε ξεπούλημα.

Αυτό σημαίνει αστυνομική αποτελεσματικότητα. Μόνο που αυτή η «επιτυχία» είναι στην πραγματικότητα ομολογία αποτυχίας. Γιατί κάθε χειροπέδη σήμερα αντιστοιχεί με μια αποτυχία του χθες. Κάθε έρευνα σήμερα είναι μια παράλειψη χθες. Κάθε δελτίο Τύπου για «ραγδαίες εξελίξεις» είναι μια κυνική υπενθύμιση ότι μέχρι να εκτεθεί το κράτος, έκανε ότι δεν έβλεπε.

Κάπου εδώ προκύπτει και το πιο πικρό πολιτικό ερώτημα: Έπρεπε να αλλάξει Υπουργός Δικαιοσύνης την κατάλληλη στιγμή για να αρχίσουν να δρουν; Έπρεπε να αλλάξει πρόσωπο στην κορυφή για να θυμηθεί το σύστημα ότι υπάρχει οργανωμένο έγκλημα; Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε δεν μιλάμε απλώς για ανεπάρκεια, αλλά για θεσμική παρακμή. Για ένα κράτος που λειτουργεί μόνο όταν εκτεθεί δημόσια, μόνο όταν δεν έχει άλλη επιλογή.

Δεν πρόκειται για επιτυχία. Πρόκειται για ηχηρότατη παραδοχή ότι το σύστημα απέτυχε να προστατεύσει την κοινωνία. Και όσο συνεχίζουμε να χειροκροτούμε τις συλλήψεις, αντί να απαιτούμε ευθύνες για την πολυετή αδράνεια, τόσο θα ανακυκλώνεται το ίδιο έργο: Πρώτα αίμα, μετά δηλώσεις, μετά επιχειρήσεις, μετά σιωπή, μέχρι το επόμενο επεισόδιο.

Είναι η ώρα που η κοινωνία οφείλει να απαιτήσει κάτι πιο ριζικό από απλές «επιχειρήσεις-αστραπή». Χρειάζεται επιτέλους ένας νόμος που να τιμωρεί πραγματικά όσους επιδεικνύουν αμέλεια ή ανικανότητα στο καθήκον τους στο Δημόσιο. Όχι άλλες πειθαρχικές-παρωδίες. Όχι άλλες εσωτερικές έρευνες που καταλήγουν στο πουθενά. Όταν η αδράνεια κοστίζει ανθρώπινες ζωές και επιτρέπει στο οργανωμένο έγκλημα να δρα ανενόχλητο, δεν πρόκειται για απλό λάθος αλλά για συνενοχή.

Το οργανωμένο έγκλημα, κύριοι της ηγεσίας της Αστυνομίας, δεν γεννήθηκε το περασμένο Σάββατο. Απλώς, εκείνο το απόγευμα, δεν μπορούσε πια να κρυφτεί. Όταν η μαφία λύνει τις διαφορές της λίγα μέτρα από την Αστυνομία, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι εγκληματίες. Είναι και το κράτος, που για χρόνια έκανε ότι δεν έβλεπε. Αυτή η αμέλεια πρέπει επιτέλους να εκλείψει.