Το επετειακό 2026, έτος κατά το οποίο ο ΠΑΟΚ κλείνει 100 χρόνια από την ίδρυσή του, στην Ελλάδα πρόκειται να χάσουν τη ζωή τους σε τροχαία δυστυχήματα πάνω από 500 άνθρωποι. Αυτή δεν είναι μια μακάβρια προφητεία, αλλά μια βάσιμη στατιστική πρόβλεψη και μάλιστα κάπως αισιόδοξη σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια.

Πολλοί απ’ αυτούς θα είναι νέοι. Κάποιοι θα πηγαίνουν ή θα επιστρέφουν από τη δουλειά, μια εκδρομή, μια έξοδο. Ανάμεσά τους, θα υπάρχουν οπαδοί του ΠΑΟΚ, του Άρη, του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού, της ΑΕΚ, του ΟΦΗ. Οι πλείστοι θα γίνουν είδηση μόνο για μερικές ώρες.

Η συντριπτική δημοσιότητα που έλαβε ο θάνατος των επτά νεαρών εκδρομέων του ΠΑΟΚ στη Ρουμανία δεν έχει να κάνει με μια ξαφνική ευαισθησία απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Μάλλον αφορά αφενός τη μαζικότητα και αφετέρου το πλαίσιο. Επρόκειτο για οπαδική εκδρομή, μια συλλογική εμπειρία που κατέληξε σε τραγωδία. Έτσι, ο θάνατος από ιδιωτικό γεγονός μετατράπηκε σε δημόσιο πένθος και εντυπώθηκε στην ιστορία ενός συλλόγου που λειτουργεί με τη μορφή μιας ευρύτερης οικογένειας, ενωμένης από το ίδιο πάθος.

Πέρα από στατιστική, επτά ταυτόχρονοι θάνατοι είναι μια τραγωδία που διογκώνεται με γεωμετρική πρόοδο. Στα μάτια των συνοπαδών, όπως και των οπαδών των υπόλοιπων συλλόγων, μοιάζουν να έπεσαν εν ώρα καθήκοντος. Όμως, είναι αυτό που είναι: επτά νήματα που κόπηκαν βίαια, φρικιαστικά, μάταια, άδοξα. Δεν έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης, δεν ήταν πρότυπο για κανέναν, ούτε είχαν καμιά όρεξη να συμβολοποιηθούν και να απεικάσουν τα πρόσωπά τους σε οπαδικά πανό. Δεν μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους ότι θα γίνει μέρος της μυθολογίας της αγαπημένης τους ομάδας, η οποία έχει το πένθος ως συστατική ουσία.

Η συγκινησιακή αμετροέπεια, ο μελοδραματισμός, η παραγωγή μύθων και συμβόλων είναι μέρος της τελετουργικής λογικής του οπαδισμού. Είναι μια μορφή συλλογικής έξαρσης, μια συνθήκη όπου το άτομο υπερβαίνει τον εαυτό του και συγχωνεύεται συναισθηματικά μ’ ένα σύνολο. Λειτουργεί όπως μια θρησκεία: οι ζηλωτές αισθάνονται σαν να τους έχει καταλάβει κάτι πέρα τον εαυτό τους. Η ομάδα και οι κοινές της ενέργειες είναι ιερές, τα υπόλοιπα βέβηλα. Ο οπαδός βλέπει τον εαυτό του στον άλλον, γεγονός που ενισχύει τη δραματοποίηση. Και μιλάμε για ένα πεδίο όπου η υπερβολή είναι θεμιτή, διότι λειτουργεί ως συγκολλητική ουσία κι ως μηχανισμός νοηματοδότησης.

Το δημοφιλέστερο από τα συλλογικά αθλήματα μοιάζει από μόνο του με θέαμα αρένας. Παίζεται και συζητιέται σ’ ένα γήπεδο, ενίοτε λειτουργεί ως πολύτιμο αλεξικέραυνο θερμής αντίδρασης και λαϊκής οργής, ενώ ως άθλημα και διαδικασία προσομοιάζει με τη ζωή σε κάθε της πτυχή. Είναι ένα είδος σύγχρονης, αναίμακτης θηριομαχίας. Αντί να παρακολουθούμε μονομάχους με λιοντάρια, βλέπουμε 22 είδωλα να κυνηγάνε συγκροτημένα και ανταγωνιστικά μια μπάλα.

Τέτοιες κοινότητες, μπροστά σε κρίσεις ή θανάτους, εισέρχονται σε μια κατάσταση μεταιχμιακή. Ένας θάνατος εντός αυτού του πλαισίου τινάζει σαν ηλεκτροσόκ. Πολύ περισσότερο αν είναι επτά μαζί. Όταν το ποδόσφαιρο συναντά τον θάνατο, η αντίδραση είναι φορτισμένη, η ίδια η ξαφνική, η άδικη, η αδιανόητη συνθήκη μεγαλοποιείται.

Φωτ. © Αχιλλέας Χήρας/ ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δεν είναι παράξενο που αυτή η τραγική υπόθεση φούσκωσε τόσο και φτάσαμε να έχουμε υποδοχή πεσόντων και τραυματιών πολέμου και δημοσιογράφους να στριμώχνονται ποιος θα σταθεί πιο κοντά στα φέρετρα. Η αρένα του γηπέδου συνάντησε την άλλη, την πιο αιμοβόρα αρένα των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων. Η σύγχρονη δημοσιογραφία πουλάει στην κοινωνία αυτό που θέλει να καταναλώσει. Δηλαδή σοκ, ταχύτητα, βεβαιότητα. Δεν αντέχουμε την αναμονή, τη σιωπή, την αμφιβολία. Επιζητούμε εικόνα και ετυμηγορία.

Το βίντεο της σύγκρουσης αναπαράχθηκε μέχρι αποκτήνωσης. Η τραγωδία αντιμετωπίστηκε με όρους νεκροφιλίας και πορνογραφίας. Πάνε σχεδόν 60 χρόνια από τότε που τα έλεγε ο Ντεμπόρ: η άμεση εμπειρία αντικαταστάθηκε από την αναπαράστασή της. Πραγματικότητα και μυθοπλασία συγχέονται. Η τραγωδία γίνεται αφήγημα, που απαιτεί ρόλους: ήρωες, κακούς, παραδείγματα προς αποφυγή.

Ήταν επόμενο να προκύψει και η πόλωση ανάμεσα στους κερκιδόβιους ηδονοβλεψίες. Με την πρώτη αφορμή και χωρίς δισταγμό, κάμποσοι μετέβησαν στον πεδίο του κανιβαλισμού. Πριν κηδευτούν οι νεκροί, πριν καταλαγιάσει το πατατράκ και κυρίως πριν ολοκληρωθούν οι έρευνες, στήθηκε μια άλλη ιδιότυπη αρένα. Πέταξαν μέσα επτά σορούς και άρχισαν να τις λιθοβολούν και να τις δακτυλοδείχνουν περίπου ως «ανεύθυνα τζάνκια» που κυκλοφορούσαν μ’ έναν «κινούμενο τεκέ» και βρήκαν τη νέμεσή τους.

Παρά τα όσα ανακοινώθηκαν, όμως, η ανίχνευση ουσιών στο αίμα του οδηγού δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με επήρεια τη ΣΤΙΓΜΗ του δυστυχήματος. Αυτό δεν μπορεί να τεκμηριωθεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ακόμη κι έτσι όμως να είναι, από πότε ένα τραγικό λάθος καθιστά έναν άνθρωπο άξιο αναθέματος και ανάξιο θρήνου; Ποιος τολμά να το πει αυτό στην οικογένειά του, που είδε μια άχαρη κάσα να κατεβαίνει στο χώμα; Ποιος αποφάσισε ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής αίρεται εκ των υστέρων, αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις;

Αν όσοι κάνουν χρήση ουσιών σε οπαδικές εκδρομές είναι «άξιοι της μοίρας τους», δεν τολμώ ούτε να φανταστώ πόσοι θα επέστρεφαν. Αυτός ο ζήλος για ηθικολογία και δημόσια επίδειξη «ανωτερότητας» απέναντι σε ανυπεράσπιστες σορούς δεν αφορά την ασφάλεια ή την πρόληψη, παρά μόνο τη ματαιοδοξία του καθενός. Το πόσο θέλει να αισθανθεί ασφαλής, υπεράνω, αλώβητος πατώντας επί πτωμάτων.

Είναι εντυπωσιακό ότι οι οπαδοί- όλων των ομάδων- ήταν ίσως οι μόνοι που στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Όχι επειδή είναι καλύτεροι άνθρωποι, αλλά επειδή εύκολα μπορούσαν να φανταστούν ο καθένας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνο το σμπαραλιασμένο βαν. Ενσυναίσθηση που γεννάται από την ταύτιση. Κάτι είναι κι αυτό.  

Το θέαμα δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, μόνο για τη διατήρηση της προσοχής. Σήμερα σε ανυψώνει, αύριο σε κατασπαράζει. Είναι ψευδής η αίσθηση της «απόστασης» από αυτό. Είμαστε μέρος του. Εμπλεκόμαστε και συμμετέχουμε κάθε φορά που η τραγωδία γίνεται περιεχόμενο και ο θρήνος ευκαιρία για επίδειξη. Για όλους θα έρθει κάποτε η ώρα που θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε όπως νομίζουμε ψύχραιμοι παρατηρητές ή ένθερμοι θεατές και οπαδοί, αλλά εξαρτήματα του ίδιου μηχανισμού. Όλοι μέσα στον λάκκο με τα θηρία παραδέρνουμε.

Ελεύθερα, 1.2.2026