Αν κάτι αποκάλυψε με κρότο το πολιτικό διαζύγιο ΑΚΕΛ – Ειρήνης Χαραλαμπίδου, δεν είναι η «έλλειψη δεοντολογίας» της βουλεύτριας. Είναι ο φόβος του κόμματος. Φόβος πολιτικός. Φόβος εκλογικός. Φόβος απέναντι σε μια γυναίκα που δεν έμαθε ποτέ να σωπαίνει, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος.

Το ΑΚΕΛ επέλεξε να κλείσει 15 χρόνια συνεργασίας όχι με μια στοιχειώδη αναγνώριση της προσφοράς της, αλλά με μια ανακοίνωση γεμάτη υπαινιγμούς, κηρύγματα περί «αρχών» και μια ωμή απαίτηση: «Δώσε πίσω την έδρα». Σαν να μην πρόκειται για μια βουλεύτρια που σήκωσε στους ώμους της μερικές από τις πιο δύσκολες μάχες της Αριστεράς στη Βουλή, αλλά για μια πολιτική μισθοφόρο, που καθόταν σαν γλάστρα στα έδρανα του κόμματος.

Δεκαπέντε χρόνια βουλευτής. Δεκαπέντε χρόνια στην πρώτη γραμμή. Όχι ως «πειθήνιο όργανο» βεβαίως. Ως μαχητική, ενοχλητική, ατρόμητη φωνή απέναντι στη διαφθορά, στη διαπλοκή και στη συγκάλυψη. Ακριβώς γι’ αυτό ήταν πολύτιμη η Ειρήνη.

Το ΑΚΕΛ επέλεξε να τη διώξει όχι απλώς κλείνοντας μια συνεργασία, αλλά στήνοντας μια πολιτική δίκη προθέσεων. Να τη μετατρέψει από συνεργαζόμενη σε σχεδόν αποστάτη. Να της ζητήσει την έδρα. Να τη βαφτίσει «αντιδεοντολογική». Να την παρουσιάσει περίπου ως καιροσκόπο που «αλλάζει φανέλες».

Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια η οποία προκαλεί μεγάλο πρόβλημα στο αφήγημα της «Εζεκία Παπαϊωάννου»: Η Ειρήνη Χαραλαμπίδου δεν είναι μέλος του ΑΚΕΛ. Συνεργαζόμενη ήταν. Ως τέτοια εξελέγη. Ως τέτοια εργάστηκε. Και, όπως εύστοχα σημειώνει -επώνυμα- ψηφοφόρος του ΑΚΕΛ σε ανάρτησή της στο facebook, «δεν αμφισβήτησε ποτέ τις αποφάσεις αλλά εσείς απαιτείτε να συμπεριφερθεί σαν κομματικό μέλος, λες και κάματε συμβόλαια μαζί της εφ’ όρου ζωής».

Το κόμμα είχε τη δυνατότητα να κάνει εξαίρεση. Την έκανε για άλλα στελέχη πρώτης γραμμής. Δεν την έκανε για την Ειρήνη. Δεν την καλύπτει, λένε, η καταστατική πρόνοια. Μπορούσαν, όμως, αν το ήθελαν, αν το πίστευαν πραγματικά, να κινούντο προ καιρού και να πρόσθεταν μια αναφορά εξαίρεσης και για τα μη μέλη του κόμματος. Δεν μπήκαν καν στον κόπο να θέσουν το ζήτημα στα συλλογικά όργανα. Γιατί; Μήπως επειδή γνώριζαν ότι πολλοί θα έλεγαν: «Ναι, το αξίζει»;

Αντί γι’ αυτό, της πρόσφεραν ένα Παρατηρητήριο, ουσιαστικά μια θεσούλα χωρίς ουσία και περιεχόμενο. Για να έχουν άλλοθι στην παραγκώνιση και την ουσιαστική έξοδό της από την ενεργό πολιτική. Όταν αυτό δεν το δέχτηκε, πέρασαν στην επίθεση. Και εδώ είναι η υποκρισία. Την κατηγόρησαν για «απειθαρχία».


Ας μιλήσουμε, λοιπόν, γι’ αυτήν. Θυμάστε το περιβόητο, άξεστο και προσβλητικό «Σιωπή εσύ» του Άντρου Κυπριανού; Δεν ήταν απλώς μια αγένεια. Ήταν, όπως γράφει η ίδια προαναφερθείσα ψηφοφόρος του κόμματος, «το σημείο μηδέν της κατρακύλας». Όταν η Βουλή έπρεπε να ψηφίσει για τον έλεγχο του Συνεργατισμού από τον Γενικό Ελεγκτή, το ΑΚΕΛ ψήφισε εναντίον. Η Χαραλαμπίδου υπέρ. Και η Ιστορία την δικαίωσε πανηγυρικά.

Έπρεπε τότε -προσθέτει η ίδια ακελική ψηφοφόρος- να δώσει «κομματική κάλυψη» σε μια λάθος απόφαση για να μην ενοχλήσει την ηγεσία; Ή να κάνει εκείνο το οποίο έκανε; Να σταθεί δηλαδή πιστή στη συνείδησή της.

Στις προεδρικές, την κατηγορούν ότι δεν έσπρωξε την υποψηφιότητα Μαυρογιάννη. Αλλά τους βολεύει να ξεχνούν το φιάσκο Παμπορίδη. Η Ειρήνη είχε πει τότε δημόσια το αυτονόητο, ότι δεν γίνεται το ΑΚΕΛ να στηρίξει πρώην υπουργό του Αναστασιάδη που έβριζε τον Χριστόφια. Η ίδια ψηφοφόρος του ΑΚΕΛ υπενθυμίζει ότι την έσυραν στις κομματικές ομάδες βάσης, την κατακεραύνωσαν, τη σπίλωσαν. Και εκείνη σώπασε. «Και όμως δεν βγήκε να σας κάνει ούλλους ρεζίλι. Υπόμενε τη λάσπη που της ρίχνατε με αξιοπρέπεια» υπογραμμίζει. Αυτό είναι το πραγματικό έγκλημα της Ειρήνης Χαραλαμπίδου: Δεν υπήρξε ποτέ πειθήνια!

Σήμερα, το ΑΚΕΛ μιλά για «μεταγραφικό παζάρι» και «σημαίες ευκαιρίας». Στην πραγματικότητα, όμως, τρέμει το ενδεχόμενο η Χαραλαμπίδου να πάει στο Άλμα και να πάρει μαζί της ψηφοφόρους που εκτιμούν την πολιτική της συνέπεια και τη μαχητικότητά της απέναντι στη διαφθορά. Τρέμει ότι μια μη κομματική αλλά δημοφιλής και με καθαρή φωνή, μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από οποιονδήποτε αντίπαλο.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Η Ειρήνη δεν θα έμπαινε ποτέ σε καλούπια. Γι’ αυτό δεν της έκαναν εξαίρεση. Γι’ αυτό δεν άφησαν τα συλλογικά όργανα να αποφασίσουν. Γι’ αυτό δεν την αποχαιρέτησαν με τιμή. Γι’ αυτό προτίμησαν να την αδειάσουν.

Όμως, όπως σωστά ειπώθηκε, «πήρε από το ΑΚΕΛ και έδωσε στο ΑΚΕΛ». Και αυτό που έδωσε ήταν κάτι σπάνιο στην κυπριακή πολιτική: Ακεραιότητα. Κι αν σήμερα κάποιοι στο ΑΚΕΛ θεωρούν ότι με τη λάσπη θα τη μικρύνουν, μάλλον δεν κατάλαβαν ακόμη, ότι απλώς αποκαλύπτουν πόσο πολύ τη φοβούνται.

Έρχονται σε σύγκρουση με τα αισθήματα αρκετών χιλιάδων ψηφοφόρων τους, που σκέφτονται όπως τη συγκεκριμένη που αναφέραμε ανωτέρω. Εκτιμούν την προσφορά της Ειρήνης. Αναγνωρίζουν το δικαίωμά της να συνεχίζει να προσφέρει στη Βουλή. Κυρίως, συνειδητοποιούν ότι αυτός ο τόπος έχει μέγιστη ανάγκη από ανθρώπους που τολμούν να παλεύουν κόντρα στη διαφθορά και τη σαθρότητα. Και δεν υπάρχουν πολλοί. Στα δάκτυλα του ενός χεριού μετριούνται…