Η κατάληξη της υπόθεσης Συλλούρη – Τζιοβάννη για το σκάνδαλο των χρυσών διαβατηρίων άφησε πίσω της ένα βαρύ αποτύπωμα και αποτέλεσε ένα ηχηρό καμπανάκι για τη θεσμική επάρκεια (ή μήπως ανεπάρκεια) της Νομικής Υπηρεσίας. Κι όταν λέμε της Νομικής Υπηρεσίας δεν εννοούμε τους απλούς λειτουργούς, που επιτελούν το έργο τους με επαγγελματισμό και ευσυνειδησία κάτω από ομολογουμένως δύσκολες συνθήκες, αλλά για την ηγεσία της και συγκεκριμένα για τον Γενικό και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα.

Σε μια υπόθεση που εξέθεσε τη χώρα διεθνώς και στιγμάτισε την πολιτική ζωή του τόπου, η αδυναμία στοιχειοθέτησης κατηγοριών συνιστά αποτυχία με βαριές συνέπειες για την αξιοπιστία των θεσμών. Παρά το επίμαχο βίντεο του Al Jazeera που είχε δει το φως της δημοσιότητας και τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί στην κοινωνία, η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να πείσει το δικαστήριο. Το αποτέλεσμα ήταν η αθώωση και μαζί της ένα κύμα απογοήτευσης που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.

Η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε δεν ήταν προϊόν λαϊκισμού ούτε ισοπεδωτικής κριτικής. Οι πολίτες παρακολούθησαν μια διαδικασία, στην οποία αναδείχθηκαν σοβαρότατες αδυναμίες. Καταγράφηκαν ελλείψεις στην προετοιμασία της υπόθεσης, ζητήματα με τη διαχείριση μαρτύρων και κενά με κρίσιμα στοιχεία που δεν αξιοποιήθηκαν και είχαν ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του κατηγορητηρίου. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αναφορά ότι βασικός μάρτυρας δεν κατέθεσε έπειτα από απειλές που δέχθηκε. Σε μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας, η προστασία των μαρτύρων και η διασφάλιση της μαρτυρίας τους αποτελούν αυτονόητη προτεραιότητα. Όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, το πρόβλημα ξεπερνά τα στενά όρια μιας δικαστικής ήττας.

Μέσα σε αυτό το ήδη βεβαρημένο κλίμα για τις αστοχίες της Νομικής Υπηρεσίας, οι επικεφαλής της, Γιώργος Σαββίδης και Σάββας Αγγελίδης αντί να βγουν μπροστά και να αναλάβουν την ευθύνη για τα λάθη και τις παραλείψεις που οδήγησαν στην κατάρρευση της υπόθεσης, επέλεξαν να κρυφτούν πίσω από υφιστάμενούς τους. Η εικόνα μιας ηγεσίας που χρησιμοποιεί λειτουργούς ως ασπίδα προστασίας και μετακυλά προς τα κάτω το βάρος της δημόσιας κριτικής δεν συνάδει με την έννοια της λογοδοσίας. Σε περιόδους κρίσης, η ηγεσία οφείλει να αναλαμβάνει το βάρος των αποφάσεων και να απαντά ευθέως στα ερωτήματα που τίθενται. Σε κάθε σοβαρό θεσμό, η ευθύνη είναι κάθετη και ο επικεφαλής οφείλει να δίνει εξηγήσεις. Η επιλογή να δοθούν αυτές οι εξηγήσεις από την Πολίνα Ευθυβούλου, που επαναλάμβανε εκείνο το αμίμητο ουαί και αλίμονο, κουνώντας το δάχτυλο στους δημοσιογράφους, δημιούργησε το δίχως άλλο την εντύπωση αποστασιοποίησης από την ευθύνη.

Η κοινωνία δεν απαιτεί καταδίκες πάση θυσία. Ζητά διαφάνεια, λογοδοσία και αποτελεσματικότητα. Απαιτεί επαγγελματική αρτιότητα, σοβαρότητα και πλήρη προετοιμασία σε υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της δημόσιας ζωής. Όταν μια τόσο εμβληματική υπόθεση με τόσο έντονη διεθνή διάσταση καταρρέει στο πρωτόδικο στάδιο, η ζημιά δεν περιορίζεται στο δικαστικό αποτέλεσμα. Άλλωστε οι δικαστές δικάζουν με βάση τα στοιχεία που έχουν ενώπιον τους.

Πλέον αυτό που έχει πληγεί ανεπανόρθωτα είναι η εμπιστοσύνη προς τον θεσμό που έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα της ποινικής δίωξης. Και το διακύβευμα είναι η αποκατάσταση αυτής της εμπιστοσύνης. Αυτό προϋποθέτει ειλικρινή αποτίμηση των λαθών, καθαρές απαντήσεις για όσα δεν λειτούργησαν και συγκεκριμένα βήματα βελτίωσης. Διαφορετικά, θα παγιωθεί η εντύπωση ότι σε υποθέσεις όπου διακυβεύονται πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, το σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και εν τέλει θα παγιωθεί η αντίληψη ότι… this is Cyprus.

panayiota.charalambous@phileleftheros.com