Πόσους θα πάρεις; Γέμισαν τα νεκροταφεία. Ναι, υπάρχουν και οι πόλεμοι. Των ανθρώπων έργα είναι αυτοί, όχι δικοί σου. Γιατί παίρνεις όμως, και εκείνους που, όχι μόνο δεν πείραξαν ούτε μύγα, έχουν προσφέρει στον τόπο τους και στους ανθρώπους που τους αγάπησαν για το ταλέντο, το έργο, την προσφορά τους.
Παλιότερα, τα κακά νέα τα μαθαίναμε από την γειτόνισσα (πρώτα), από το Αγγελτήριο Θανάτου ή Νεκρόσημο που κολλούσαν στις κολώνες της ΔΕΗ (της ελληνικής Ηλεκτρικής). Και αμέσως μετά, έτρεχαν οι καημένες από σπίτι σε σπίτι να πουν τα άσχημα νέα.
Είχαμε τηλέφωνα (ακατάχνωτα!), αλλά προτιμούσαν να τα πουν διά ζώσης. Να πιούν και τον πικρό καφέ τους.
Τώρα, είναι πιο αστραπιαία, ξαφνικά και απότομα τα πράγματα. Τα κακά μαντάτα σου έρχονται από παντού, όπου και να βρίσκεσαι.
Η τηλεόραση, ανοικτή όλη μέρα για νάχουν συντροφιά οι παλιές, καλές νοικοκυρές με τα λεγόμενα «χαζοχαρούμενα» της πρωινής ζώνης. Τηγανίζουν κεφτέδες βλέποντας Λιάγκα. Και ξαφνικά «Παναγία μου, πέθανε η Μαρινέλλα μας»!
Δεν ξέρω γιατί, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι άνθρωποι της τηλεόρασης διακόπτουν το πρόγραμμα για «Έκτακτο». Η πρώτη αντίδραση, ευχάριστη, πάει στον κεφτέ. Μούρλια! Μόλις ακούς το όνομα αυτού που τον έχαψε, αρχίζει ο θρήνος.
> Προχθές, χάσαμε και έναν σπουδαίο μπασκετμπολίστα, έναν ντόμπρο φίλο, τον Βασίλη Γκούμα. Αν φτιάχναμε την ισχυρότερη Εθνική Ελλάδος, ο Νίκος θα ’ταν σίγουρα στην ομάδα. Αγωνίστηκε από το 1961 έως το 1988, πραγματοποιώντας μερικές από τις καλύτερες εμφανίσεις του με τη φανέλα της ΑΕΚ και του Πανελληνίου, έχοντας κατακτήσει το Κύπελλο Ελλάδος –το 1981– με τον «Δικέφαλο». Από τους καλύτερους παίκτες της εποχής του και ο πρώτος στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ που ξεπέρασε τους 10.000 πόντους
ΥΓ1: Αυτήν την κακή συνήθεια, του να ξεφεύγω από τα κακά νέα με αμήχανο χιούμορ, δεν ξέρω πότε και πώς μου προέκυψε…
Μάλλον από την κηδεία ενός γείτονά μας. Λίγο πριν την ταφή, οι συγγενείς ζήτησαν να ανοιχτεί το φέρετρο για να τον δουν για τελευταία φορά τον μακαρίτη και να τον ασπαστούν.
Τελευταία, στάθηκε δίπλα του η σύζυγος, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν αμίλητη και σκούπιζε τα δάκρυά της. Ξαφνικά, «τα πήρε» και άρχισε το μοιρολόι για το «πόσο καλός ήσουν, γλυκέ μου». Προσπάθησαν να την καθησυχάσουν. Μάταια.
Έψαχνε το «γιατί». Γιατί να πάρει ο Θεός τον άνδρα της; Δεν ήταν δα και πολύ μεγάλος. «Έτρωγε όμως. Έτρωγε πολύ», ψιθύριζε η καημένη. «Έ, όχι», τη διέκοψε μια συγγένισσα. «Ήταν εγκρατής άνθρωπος. Δεν έκανε καταχρήσεις. Ήρθε η ώρα του, καλή μου».
Η χήρα πήρε ανάποδες. Και αντί να επιπλήξει την συγγένισσα, άρχισε να ξεσπάει επάνω στον νεκρό της άνδρα. Αγκαλιάζοντάς τον μες το φέρετρο, …, ήσουν καλός, ήσουν γλυκός, αλλά «να τα τώρα! Τι τα ’θελες τα χταπόδια, τους ταραμάδες, τα τηγανιτά κολοκυθάκια με τζατζίκι, να τα σμίξεις και με κεφτέδες…».
Παύση. Βγάζει μια κραυγή και ξεσπάει απάνω του, του μακαρίτη. Ξέχασα τη ρετσίνα. «Εβίβα και εβίβα, δεν σταμάταγες. Μέχρι που, …, να τα τώρα. Ξερός! Τι κατάλαβες;».
Πριν από περίπου δέκα χρόνια, πήγα στο καμαρίνι της Μαρινέλλας στο κέντρο όπου τραγουδούσε, για να κανονίσουμε μέρα και ώρα για μια συνέντευξη. Δεν θυμάμαι τη μέρα, αλλά δεν ξεχνώ τη νύχτα στο Άλσος του Αγίου Χαραλάμπους στα Ιλίσια. Η παρέα τιμούσε έναν φίλο της ζωγράφο, που απεβίωσε την ώρα που τέλειωνε ένα έργο του.
Θυμήθηκα εκείνη τη βραδιά, όταν είδα τη Μαρινέλλα πέρυσι, 2025, να σωριάζεται χωρίς αισθήσεις, στη σκηνή του Ηρώδειου…