Η δεκαήμερη εκεχειρία που ανακοινώθηκε στον Λίβανο δεν λύνει τίποτα, πολλώ δε μάλλον το ζήτημα της Χεζμπολάχ και της απαλλαγής της χώρας από τη καταστροφική δράση της. Είναι ένα παράθυρο. Και θα φανεί πολύ γρήγορα αν μπορεί να μείνει ανοιχτό, για πόσο, και κυρίως τι μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε αυτό το διάστημα — αν επιτευχθεί κάτι.

Οι ΗΠΑ προσπαθούν να στήσουν μια διαδικασία αποκλιμάκωσης ανάμεσα στον Λίβανο και το Ισραήλ, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά ακόμη και για «επόμενα πολιτικά βήματα». Η πραγματικότητα επί του εδάφους, όμως, παραμένει αμετάβλητη και σε αυτό το στάδιο δεν δικαιολογεί ιδιαίτερη αισιοδοξία, ούτε καν σοβαρές υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι μπορεί να δρομολογηθεί κάτι θετικό. 

Το Ισραήλ ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να δεχθεί επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς, δηλαδή σε μια ιρανική —ουσιαστικά— δύναμη που δρα σαν να είναι το λιβανικό κράτος, απειλώντας τις κοινότητες στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κεφαλαιώδες. Το πρόβλημα του Λιβάνου δεν είναι μόνο ο πόλεμος. Είναι η διπλή εξουσία. Από τη μία, ένα επίσημο κράτος που μιλά συντεταγμένα με τους ξένους, ζητά βοήθεια και εκδίδει ανακοινώσεις. Από την άλλη, μια τρομοκρατική συμμορία που ελέγχεται από την Τεχεράνη και κρατά, διά της βίας των όπλων, το πραγματικό κλειδί της ασφάλειας, των συνόρων και της στρατηγικής κατεύθυνσης της χώρας. Όσο αυτό δεν αλλάζει, κάθε εκεχειρία θα είναι απλώς ένα διάλειμμα μέχρι τον επόμενο γύρο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η τοποθέτηση του εκπροσώπου των χριστιανικών Λιβανικών Δυνάμεων, Σαρλ Ζιαμπούρ, έχει ιδιαίτερη σημασία, ειδικά καθώς είπε κάτι που σπανίως ακούγεται δημόσια στον Λίβανο των εύθραυστων ισορροπιών και της σιωπής όλων πλην της Χεζμπολάχ: ότι αυτές οι δέκα ημέρες πρέπει να αξιοποιηθούν ώστε το κράτος «να εκπληρώσει το καθήκον του» στο θέμα του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ. Η προσθήκη του ότι μια ενδεχόμενη συνάντηση Αούν-Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο θα έπρεπε να είναι το καταληκτικό στάδιο μιας ολόκληρης διαπραγματευτικής διαδικασίας λέει και κάτι ακόμη: ότι πρώτα πρέπει να αποκατασταθεί η κρατική κυριαρχία και μετά να έρθουν η επικοινωνία.

Αυστηρά ομιλούντες, αυτή είναι και η μόνη λογική γραμμή. Αν ο Λίβανος μπει σε παιγνίδια υψηλής διπλωματίας χωρίς να έχει λύσει το εσωτερικό του πρόβλημα, ο κίνδυνος δεν μειώνεται· αυξάνεται. Όσο η Χεζμπολάχ παραμένει ισχυρή, όσο δηλαδή δεν αφοπλίζεται, η επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης δεν αποκλιμακώνει την κατάσταση αλλά μεγαλώνει το ρίσκο.

Η Χεζμπολάχ έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν δεσμεύεται από οποιαδήποτε συμφωνία προκύψει από τις συνομιλίες. Και μόνο αυτό αρκεί για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει να διατηρεί τον οπλισμό της, αλλά και ποιο αντίκρισμα μπορούν να έχουν τέτοιες δηλώσεις εάν ο οπλισμός αυτό αφαιρεθείς. Είναι φανερό ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να προκύψει εύκολα ούτε ειρηνικά.

Αυτή όμως η στάση συνιστά πρόκληση για το ίδιο το κράτος. Όταν μια τέτοια οργάνωση δηλώνει εκ των προτέρων ότι δεν θα σεβαστεί την απόφαση της Πολιτείας, αυτό δεν παραπέμπει σε κυρίαρχο κράτος, αλλά σε κράτος υπό εκβιασμό, αν όχι σε κράτος που ελέγχεται στην πράξη υπό την απειλή της βίας.

Ο πρόεδρος Αούν και η κυβέρνηση Σαλάμ βρίσκονται μπροστά σε μια ιστορική απόφαση, την οποία έως τώρα ανέβαλλαν — και ήταν λογικό, δεδομένου του ρίσκου. Ή θα δοκιμάσουν να ανακτήσουν, αν όχι να αποκτήσουν για πρώτη φορά, τον έλεγχο της χώρας ή θα παραμείνουν διαχειριστές ενός αποτυχημένου συστήματος που όλοι ξέρουν ότι έχει τελειώσει, αλλά κανείς δεν τολμά να αγγίξει. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

Η παρουσία των Ισραηλινών, η διάλυση υποδομών της Χεζμπολάχ και οι εκατόμβες νεκρών μελών της δίνουν στην ηγεσία του Λιβάνου την ευκαιρία να το επιχειρήσει.

Γιατί αν η χώρα δεν αρπάξει την ευκαιρία να διαλύσει οριστικά τη Χεζμπολάχ, τότε δεν θα έχει απλώς χάσει μια ευκαιρία. Θα έχει αποδείξει ότι δεν θέλει ή δεν μπορεί να σωθεί ως κράτος. Και τότε οι άλλοι θα συνεχίσουν να αποφασίζουν για τον Λίβανο. 

Αυτό δηλαδή που συνέβαινε πάντα.