Δεν ξέρω αν θα τις τηρήσω. Αλλά, κοινοποιώντας τες, αυτομάτως εκχωρώ σε όλους όσοι με «ακολουθούν» στις δημοσιογραφικές μου περιπλανήσεις, από τη μία να με εγκαλέσουν και από την άλλη να με βοηθήσουν να απεξαρτηθώ από εκείνα που με βαραίνουν και που με κρατάνε πίσω…
Κατ’ αρχάς –και αυτό ξέρω ότι είναι το πιο δύσκολο– να αρχίσω να διαβάζω περισσότερα βιβλία. Και, πολύ λιγότερες εφημερίδες, ιστοσελίδες, social media.
Στα τελευταία, δεν είμαι απλώς αναγνώστης (ή μάλλον δεν είμαι καθόλου αναγνώστης πια), αλλά κυνηγός «παράξενων» αναρτήσεων, ειδήσεων και σχολίων, που θα εμπλουτίσουν ίσως το δημοσιογραφικό μου οπλοστάσιο.
Τρίχες κατσαρές. Συγχωρείστε με…
Όλο αυτό το «πράγμα» σε οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ηλιθιότητα. Τη νόσο της εποχής. Που φοβάμαι ότι είναι και ανίατη.
Υπάρχουν βεβαίως και πολλοί που χρησιμοποιούν τα σόσιαλ μίντια με μια δήθεν σοβαροφάνεια και με σκοπό πονηρό να προσελκύσουν άλλους στις δικές του απόψεις και, ακόμα χειρότερα, στο μαγαζί ή στην επιχείρησή τους. Από απλά περίπτερα και σουβλατζίδικα, μέχρι και σε κέντρα αισθητικής, ενοικιάσεις αυτοκινήτων, καθαρισμός χαλιών, ή και σε νοσοκομεία ακόμα. Επιχειρήσεις και αυτά…
Η επικοινωνιακή τέχνη επιμολύνεται ως επί το πλείστον από τυχάρπαστους, ή ακόμα και από τρανές εταιρείες που πουλάνε το «φάρμακό» τους διά πάσαν νόσον και πάσαν, …, ξέρετε.
Το γνωρίζω πολύ καλά όλο αυτό το επιφανειακό σύμπαν. Οι λαμπρές εξαιρέσεις είναι λίγες, και αξίζουν όσα λεφτά και αν ζητήσουν.
Ένα άλλο «θέαμα» που, επίσης, αναστατώνει τη ζωή μου, είναι οι ορδές των ντελιβεράδων. Στην Κύπρο και στην Ελλάδα πρέπει να έχουμε και σε αυτό πρωτεία. Οι χώρες του ντελίβερι.
Σήμερα, Τρίτη, που γράφω τη Στήλη, κάθομαι σε ένα παγκάκι σε πεζοδρόμιο της Κηφισιάς και πίνω τον καφέ μου που πήρα από το μικρό μαγαζάκι στη γωνιά. Εμβαδόν, 5 επί 2 μέτρα, υπολόγισα. Δεν είναι για να κάθεσαι. Το παγκάκι έξω φιλοξενεί τρεις. Γύρω-γύρω, μετρώ 8 ντελιβεράδες. Οι 2 κοπέλες μέσα, μου λένε ότι «τουλάχιστον εκατό έρχονται κάθε μέρα για να παραλάβουν».
Καφέδες και μερικές τυρόπιτες ή κρουασάν. «Όλη μέρα;», ρωτώ. «Όλη μέρα, ναι», η απάντηση.
Οι περισσότερες παραγγελίες είναι για τα γύρω γραφεία και καταστήματα. Ξέρω ότι όσοι εργάζονται εκεί δεν μπορούν να πεταχτούν δίπλα για να πάρουν καφέ, αφήνοντας τη δουλειά τους.
Δεν το καταλαβαίνω όμως.
Έψαξα να βρω από πού βγαίνει και πως μας προέκυψε το «ντελίβερι»; Άνοιξα την εγκυκλοπαίδεια Meriam Webster: To take and hand over. Δηλαδή, να παραλάβεις κάτι, και να το παραδώσεις.
Ήμουν πολύ μικρός, 5 μόλις ετών, όταν πρωτάκουσα αυτήν την λέξη. Όλα τα παιδιά λέγαμε από έναν στίχο ο καθένας από το Πάτερ Ημών. Εγώ, είχα «ρεζερβέ» το εξής: «… and lead us not into temptation, but deliver us from evil».
Δηλαδή: « … και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών, και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. Αμήν.». Δηλαδή, «προστάτευσέ με», ή «απάλλαξέ με».
Άρα, το ξεκαθαρίσαμε: Οι ντελιβεράδες, που είναι ίσως οι πιο σκληρά εργαζόμενοι και οι πιο φτηνά αμειβόμενοι από όλους, αξίζουν αν μη τι άλλο την υποστήριξή μας. Αλλά όχι για καφέ από απέναντι ρε παιδιά. Τους στερούμε ανάσες. Αφήστε τους να αναπνεύσουν.
Με την ώρα πληρώνονται. Όχι με τους καφέδες και τα σουβλάκια σας…
Φωτό: Μοτοκίνητη διαδήλωση των ντελιβεράδων στην Αθήνα, για τις κακές, όπως λένε, συνθήκες εργοδότησής τους. Τόσο από ωράρια και ασφάλεια, όσο και από πενιχρές απολαβές.