Δεν θα έπρεπε να χρειαζόμαστε υπενθύμιση, ούτε έναν σοκαριστικό καλλιτέχνη να μας θυμίζει τη φρίκη του ναζισμού. Ή μήπως όχι;
Τι θέλουμε από ένα έργο τέχνης; Η απλή απάντηση είναι να μας προσφέρει αισθητική απόλαυση, να μας αρέσει, να διακοσμήσουμε το σπίτι ή τον χώρο εργασίας μας. Μόνο που δεν είναι όλα τα έργα τέχνης το ίδιο. Υπάρχουν καλλιτέχνες που επιμένουν να μας θυμίζουν με τα έργα τους ότι η ζωή –άρα και η τέχνη– δεν είναι μόνο ωραίες εικόνες. Ένας από αυτούς είναι ο Αυστριακός Χέλνβαϊν (Gottfried Helnwein, Βιέννη 1948-). Έχοντας από παιδί νωπές τις εικόνες από τη μεταπολεμική Ευρώπη, δεν ξεχνά ο ίδιος –και θέλει να μην μας επιτρέψει να ξεχάσουμε ούτε εμείς– τη βία και τη φρίκη του φασισμού.

Αυτό τον καιρό παρουσιάζονται σε μια μεγάλη έκθεση στη Μαδρίτη γύρω στα 40 έργα του, αντιπροσωπευτικά της 40χρονης καλλιτεχνικής διαδρομής του. Με όχημα τη ζωγραφική, τη φωτογραφία και τη γλυπτική, σκοτεινές εικόνες με τραυματισμένα παιδιά που η βία τούς έκλεψε για πάντα την παιδική τους αθωότητα, μπανταρισμένα πρόσωπα, μαζί με εικόνες της ποπ κουλτούρας σε μια εφιαλτική εκδοχή τους, αιφνιδιάζουν τον θεατή. Επιπλέον, η υπερρεαλιστική, σχεδόν φωτογραφική απόδοσή τους τα κάνει ακόμα πιο άμεσα και απειλητικά, ώστε ο θεατής να μην μπορεί να αποφύγει το σοκ κρυβόμενος πίσω από ενδεχόμενη αφαιρετικότητα.
Γιατί όμως ο Χέλνβαϊν θεωρεί ότι, με τόση βία και φρίκη γύρω μας, μπορούμε να την αγνοήσουμε και να αποστασιοποιηθούμε; Επειδή, υποθέτω, μπορούμε να αποστρέψουμε πιο εύκολα το βλέμμα από τις εικόνες βίας στην τηλεόραση, λογοκριμένες ούτως ή άλλως, κινούμενες, φευγαλέες και υπάκουες στη θέλησή μας να πάψουμε να τις βλέπουμε. Εκείνος όμως τις παγώνει και τις κρατά μπροστά μας, θέλει να μην ξεχάσουμε. Και ο κόσμος ξεχνά εύκολα. Ξεχνά τη μεγάλη ύβρη του ναζισμού και του φασισμού προς την ανθρωπότητα, την υποβίβαση και υποταγή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως και όλων των αξιών της ελευθερίας, μπροστά στη σημερινή επιστροφή τους με τη μορφή του ψευδεπίγραφου πατριωτισμού.
Ωστόσο, τα νεοναζιστικά μορφώματα που σηκώνουν κεφάλι παντού στον ελεύθερο κόσμο, αυτόν που αποκαλούμε «πολιτισμένο», κερδίζουν την εμπιστοσύνη αυτών που ξεχνούν εύκολα, εκείνων που είτε ξεγελιούνται από τα παραπλανητικά συνθήματά τους είτε γνωρίζουν πολύ καλά τον ρατσισμό που πρεσβεύουν και συμφωνούν μαζί τους συνειδητά.
Οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουν υποχρέωση, καθένας με τον τρόπο του –ο Χέλνβαϊν έχει τον δικό του– να στηλιτεύουν και να υπενθυμίζουν την απανθρωπιά της ναζιστικής ιδεολογίας, αυτήν που δύσκολα κρύβεται πίσω από την επίκληση φοβικών συνδρόμων επιβίωσης που όλοι λίγο-πολύ έχουμε: Οι ξένοι, οι μετανάστες, όσοι είναι διαφορετικοί από εμάς, αποτελούν απειλή για τον τρόπο ζωής μας – κάτι που ενίοτε αληθεύει ως ένα σημείο, σε ακραίες περιπτώσεις.
Οι κυβερνήσεις μας έχουν μεγάλη ευθύνη, κυρίως στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες, εφόσον η συμπεριφορά των Αρχών ενός τόπου ενίοτε τους εξωθεί να γίνουν αυτό ακριβώς που δεν θέλουμε: Απειλητικοί. Όμως, ας σκεφτούμε πόσοι από τους συμπολίτες μας, γνήσιους Κύπριους, Έλληνες ή ό,τι άλλο, είναι την ίδια στιγμή το ίδιο ή και περισσότερο βίαιοι, παράνομοι και απειλητικοί.
Η βία δεν έχει να κάνει με την «καθαρότητα του αίματος», όπως υποστηρίζουν όλοι οι ρατσιστές νεοναζί, από τον Χίτλερ (στην εικόνα του Χέλνβαϊν παρέα με έναν μοχθηρό Ντόναλντ Ντακ), τον άλλο αυταρχικό Ντόναλντ της εποχής μας, ή τον «δικό μας» Ντόναλντ Χρίστου-ντακ, πρώην πρωτοπαλίκαρο του Μιχαλο-ντάκ, καταδικασμένου αρχηγού της εκτός νόμου ναζιστικής συμμορίας των Χρυσών Αυγών στην Ελλάδα, νυν αρχηγό του νεοναζιστικού φραντσάιζ της στην Κύπρο, του φέικ πατριωτικού ΕΛΑΜ.
Πριν λίγες μέρες είχαμε τη μαύρη επέτειο της μέρας που μια χούφτα μισότρελοι συνταγματάρχες, με την ίδια «πατριωτική» ναζιστική ιδεολογία, έβαλαν στον γύψο την Ελλάδα επί 7 χρόνια. Προκάλεσαν την τραγωδία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, η οποία ήταν ταυτόχρονα ο λόγος που υποχρεώθηκαν να αφήσουν την εξουσία – ο «πατριωτισμός» τους δεν ήταν αρκετός να αντιμετωπίσει τον εισβολέα, τον ίδιο που επαίρονται οι σημερινοί ομοϊδεάτες τους ότι θα διώξουν από την Κύπρο, «ως μια ανυποχώρητη πολιτικό-ιδεολογική δύναμη που με σθένος και αποφασιστικότητα δίνει τον αγώνα τον καλό, με τα μέλη και τα στελέχη της να διεκδικούν εμπράκτως, τη στερημένη, από το 1974 και εντεύθεν, εθνική μας αξιοπρέπεια».
Για την ώρα, πάντως, τα βάζουν με πρόσφυγες και τα αθώα παιδιά τους, όπως π.χ. στη Βουλή πριν μερικά χρόνια, όταν «αγωνίζονταν ανυποχώρητα» να τους στερήσουν τη λεγόμενη «προίκα του μωρού», δηλαδή μερικές πάνες και άλλα μωρουδιακά που δίνει η κυβέρνηση στα νεογέννητα.
Οι εκλογές πλησιάζουν, τα συνθήματα των υποψηφίων μοιάζουν από γελοία έως υπερφίαλα («Για την πατρίδα», «Λύσεις που αξίζουν» κ.ά.). Κάθε ψηφοφόρος έχει καθήκον, όχι μόνο ως προς τον εαυτό του αλλά και προς όλους, να φερθεί υπεύθυνα κλείνοντας τον δρόμο στους νεοναζί ρατσιστές. Δεν είναι αυτό που θέλουν να δείχνουν, αν και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οξύνοια για να δει κανείς το ποιόν τους, άλλωστε προδίδονται μόνοι τους από τις πράξεις και τα λεγόμενά τους. Στην Κύπρο και στην Ελλάδα ειδικά, δεν θα έπρεπε να χρειαζόμαστε υπενθύμιση, ούτε έναν σοκαριστικό καλλιτέχνη να μας θυμίζει τη φρίκη του ναζισμού. Ή μήπως όχι;
*Στην κύρια εικονογράφηση το έργο «Encounter 7», από την έκθεση «Helnwein: mundos invertidos» (ανεστραμμένοι κόσμοι), στο SOLO Independencia της Μαδρίτης.
chrarv@philelefheros.com
Minority Report, ΕΛΕΥΘΕΡΑ 26.04.2026