Πλησιάζουν οι βουλευτικές εκλογές και όλοι οι υποψήφιοι δηλώνουν την παρουσία τους, άλλοι με τεράστιες αφίσες στους δρόμους, άλλοι με παρουσίες στις τηλεοράσεις ή στα ΜΜΕ. Σημασία έχει να δηλώσουν παρόντες, να ασχοληθεί ο κόσμος μαζί τους, να διερωτηθούν για αυτούς και προπαντός να τους ψηφίσουν.

Παρακολουθώντας τις συνεντεύξεις στις τηλεοράσεις ανακαλύπτεις ότι πράγματι ελάχιστοι έχουν αξιόλογες απόψεις, ξεχωρίζουν για τη συγκροτημένη σκέψη και τις ιδέες τους. Οι περισσότεροι λένε αερολογίες χωρίς να συναισθάνονται την άγνοια τους.

Αλλά πώς να αδικήσω τα νέα παιδιά, όσο άσχετα και να είναι, να έχουν φιλοδοξίες αφού υπήρξε το προηγούμενο ενός Φειδία. Ενός άσχετου, αγράμματου νεαρού που ενώ δήλωσε ότι «δεν γνωρίζω τίποτε, αλλά θα μάθω», δύο χρόνια μετά εξακολουθεί να μη γνωρίζει τίποτε, δεν έμαθε. Όμως, γνωρίζει καλά πώς να «κατσιαρίζει» και να ασχολείται μαζί του ο κόσμος. Τελευταία, επανέλαβε εαυτόν με το γάμο του. Να ζήσουν να ευτυχήσουν τα παιδιά, αλλά γιατί πρέπει να μας αφορά εμάς αυτό;

Πραγματικά τρομάζω, όταν το κάθε «κύμβαλο αλαλάζον» έχει φιλοδοξίες να νομοθετήσει για υποθέσεις που με αφορούν.

Αλλά, τι σημαίνει η φράση «κύμβαλον αλαλάζον» και από πού προέρχεται; Έχει παραμείνει μια λαϊκή ρήση, ένας ακόμα ανεκτίμητος θησαυρός της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, που εμπεριέχει συμπυκνωμένη τη σοφία και την εμπειρία πολλών γενεών. Μεταφέρονται από γενιά σε γενιά σημαντικές αξίες, διαχρονικές ηθικές αρχές και πρακτικές συμβουλές για τη ζωή.

Το κύμβαλο είναι αρχαίο κρουστό μουσικό όργανο. Στη σύγχρονη μουσική, ο όρος αναφέρεται στα (cymbals) που χρησιμοποιούν οι ντράμερς.

Χρησιμοποιούμε τη φράση για τους ανθρώπους που είναι φλύαροι, είναι όλο λόγια, κάνουν φασαρία, αλλά δεν έχουν καμιά ουσία. Κύμβαλον αλαλάζον σημαίνει άνθρωπο κενό κι ασήμαντο που προσπαθεί να κάνει τον σπουδαίο.

Η φράση προέρχεται από τους λόγους του Απόστολου Παύλου (Παύλου Αʼ Επιστολή προς Κορινθίους). Σε νεοελληνική απόδοση: Εάν μιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, έχω γίνει ένα κύμβαλο που φωνάζει μονότονα. Γι’ αυτό κάθε λίγο ο άλλος μας λέει «αγαπώ σας»!!!

Στην ιστορία έχει μείνει ο αρχαίος Αθηναίος Αλκιβιάδης, που αρεσκόταν να ασχολείται ο κόσμος μαζί του. Ο Αλκιβιάδης, που ήταν πολύ ωραίο παιδί, κάποτε αγόρασε ένα πανάκριβο και πανέμορφο σκύλο, για τον οποίο όλη η πόλη συζητούσε για πολύ καιρό. Όταν το θέμα εξαντλήθηκε και ο κόσμος έπαψε να ασχολείται μαζί του, ο Αλκιβιάδης έκοψε την ουρά του ζώου, προκαλώντας την αντίδραση των Αθηναίων, οι οποίοι εξοργίστηκαν και άρχισαν να συζητούν αρνητικά για αυτή την πράξη. Όταν οι φίλοι του τον επέπληξαν, ο Αλκιβιάδης γέλασε και εξήγησε ότι το έκανε για να ασχολούνται οι Αθηναίοι με αυτό το θέμα και να μη λένε τίποτα χειρότερο για τον ίδιο. Δηλαδή, πάλι να ασχολούνται μαζί του αλλά και για να στρέψει την κοινή γνώμη μακριά από τις «περίεργες» πολιτικές του δραστηριότητες.

Ο Αλκιβιάδης (5ος αι. π.Χ.) ήταν ανιψιός του Περικλή. Ήταν ωραίο παιδί, πλούσιο, ζωηρό, από καλό σπίτι, πεισματάρης, αδάμαστος και αρχικά τον θαύμαζε ο λαός. Η τέλεια διάπλαση του σώματός του έκανε τους γλύπτες να έχουν αυτόν ως μοντέλο όταν φιλοτεχνούσαν αγάλματα του Ερμή. Εξ αιτίας της εκκεντρικότητας και το «άππωμα» του κατασπατάλησε την περιουσία του.

Πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες (416 π.Χ.) με εφτά άρματα, κερδίζοντας την πρώτη, δεύτερη και τέταρτη νίκη (νικούσε ο ιδιοκτήτης των αρμάτων κι όχι ο αναβάτης). Πανηγύρισε θριαμβευτικά το γεγονός.

Θα ήταν ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την πορεία αυτού του αδίστακτου, βίαιου, εγωκεντρικού και ματαιόδοξου τύπου. Οι ερωτοδουλειές του, οι ακολασίες και οι ασεβείς διασκεδάσεις του έγιναν πασίγνωστες. Είχε πολλά ελαττώματά αλλά και άλλες τόσες ικανότητές. Οι Αθηναίοι τον θαύμασαν, τον αγάπησαν αρχικά αλλά τελικά τον μίσησαν.

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των Αθηναίων στη Σικελία όπου ηγείτο στόλου 100 πλοίων, κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος για τον ακρωτηριασμό των ιερών Ερμών (στήλες με την κεφαλή του Ερμή) της πόλης. Αυτές αποτελούσαν ορόσημα για τους ταξιδιώτες και προσφορές στον θεό Ερμή, ο οποίος ήταν ο προστάτης των οδοιπόρων, των συνόρων και του εμπορίου. Αυτό θεωρήθηκε ως μεγάλο σκάνδαλο και τρομερή ιεροσυλία. Έτσι, τον κάλεσαν πίσω προκειμένου να τον δικάσουν. Ο Αλκιβιάδης, όμως, θεωρώντας σίγουρη την καταδίκη του σε θάνατο (καταδικάστηκε τελικά ερήμην) δεν επέστρεψε. Για να εκδικηθεί την Αθήνα ζήτησε άσυλο στη Σπάρτη.

Οι Σπαρτιάτες τον αποδέχθηκαν αλλά όταν γοήτευσε τη σύζυγο του βασιλιά Άγη και απέκτησαν παιδί μαζί, όσο ο βασιλιάς βρισκόταν σε εκστρατεία, το έσκασε πριν τον τιμωρήσουν.

Πήγε στη Μικρά Ασία (412 π.X.), στον Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, για λίγο καιρό. Απ’ εκεί κατάφερε να επανασυνδεθεί με την Αθήνα και ακολούθως εκλέχτηκε στρατηγός και επικεφαλής αθηναϊκού στόλου (410 π.X.) που νίκησε τους Πελοποννήσιους συμμάχους, αποκαθιστώντας την αθηναϊκή κυριαρχία στην περιοχή του Ελλησπόντου. Γύρισε πίσω στην Αθήνα ως στρατηγός με απόλυτη εξουσία και συνέχισε τον πόλεμο εναντίον των Σπαρτιατών που τους κατατρόπωσε στην Ιωνία. Ακολούθως, προκάλεσε ναυμαχία και ηττήθηκε (406). Στην Αθήνα οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγόρησαν και τον κήρυξαν εξόριστο οπότε κατέφυγε στον νέο Πέρση σατράπη Φαρνάβαζο.

Δολοφονήθηκε (405, 45 χρόνων) εξόριστος στη Φρυγία, ενώ ετοιμαζόταν να στρέψει την Περσία εναντίον της Σπάρτης. Οι άγνωστοι εκτελεστές, του κάρφωσαν με δύναμη ένα δόρυ στο στήθος.
Ο Αλκιβιάδης είχε και ικανότητες ενώ τα σύγχρονα κύμβαλα αλαλάζοντα μόνο θράσος έχουν.