Παλιά, όχι και τόσο πολύ όμως, όταν πέθαινε κάποιος της γειτονιάς το μαθαίναμε στο Αγγελτήριο που ήταν κολλημένο σε όλες τις κολώνες της συνοικίας μας. Ταυτόχρονα, αφού συνεννοήθηκαν τα «κοράκια» των Γραφείων Τελετών (συμπαθάτε με, αλλά έτσι τους λέγαμε) και με τον παπά της ενορίας, ηχούσαν πένθιμα οι καμπάνες κι από παντού άκουγες «Θεός σ’χωρές τον/η την», άρχιζαν τα μοιρολόγια και τέλειωναν στη κηδεία.
Τώρα, τα Αγγελτήρια είναι πια ψηφιακά. Στο Facebook μαθαίνεις τα κακά μαντάτα. Από τη σύζυγο, συνήθως. Τον σύζυγο, σπανιότερα. Και τα παιδιά.
Πολιτισμένα πράγματα. Και σε πολλές περιπτώσεις, πολλά από τα κείμενα που γράφουν συγγενείς, φίλοι και γνωστοί κάτω από την ανάρτηση, είναι συγκινητικά και πολύ πιο ανθρώπινα.
Επίσης, σημαντικό έσοδο χάνουν από αγγελτήρια για κηδείες και μνημόσυνα οι εφημερίδες. Όπως και για γάμους. Καλώς ή κακώς, τα social media φτάνουν ίσως σε πολύ περισσότερους ανθρώπους.
Ο έντυπος λόγος έχει, όμως, αυτό που λέμε «βαρύτητα». Τώρα, μάλιστα, που οι εφημερίδες έχουν και δικές τους ιστοσελίδες, με το μεγάλο πλεονέκτημα να δίνουν τις ειδήσεις πολύ γρήγορα.
Παλιά –και ήμουν κι εγώ μέρος αυτού του «παλιού»– για όποια σημαντική είδηση της στιγμής, βγάζαμε Έκτακτο Παράρτημα. Για πότε γραφόταν η είδηση, κομπλέ με φωτογραφία, ίσως και κάποια δήλωση, ένα σας λέω: «Βγαίναμε» γρηγορότερα απ’ ότι βγαίνει τώρα σε τηλεοράσεις και ιστοσελίδες το περίφημο και για μένα δυσκολοεξήγητο Breaking News.
Ναι, ξέρω. Είναι η είδηση που «βγαίνει», ή που «σκάει» τώρα.
Στον έντυπο λόγο, δεν είχες και πολλά ενισχυτικά εφέ ή κόλπα για να «πουλήσεις» το Έκτακτο.
Είχαμε, όμως, τους υπέροχους εφημεριδοπώλες που περνούσαν από το πιεστήριο για να παραλάβουν τη φρέσκια έκδοση και, αφού έριχναν μια ματιά και καταλάβαιναν το «σημαντικό νέο», το έπαιρναν πολύ προσωπικά και το διαλαλούσαν σε σημείο που ήταν αδύνατον εσύ, όπου κι αν ήσουν, στον δρόμο ή στο σπίτι, να μην τρομάξεις και να πεταχτείς επάνω για «εκείνο που μας βρήκαν».
Αυτή ήταν τότε η αντίδραση. Μετά από ένα πολύ σημαντικό γεγονός, καλό ή και άσχημο, το πρώτο πράγμα που θέλεις να κάνεις είναι να το μοιραστείς και με άλλους.
Παλιά, άνοιγαν τα παράθυρα. Τώρα, τα posts!
Για να φύγουμε όμως από τα πένθιμα, επιλέγω ως Ανάρτηση της Ημέρας αυτό το υπέροχο κειμενάκι από την Χριστίνα Πουλίδου* στο Facebook:
«Περίπου απέναντι απ’ την αμερικάνικη πρεσβεία βρίσκεται ένα γωνιακό τριώροφο κτΉριο. Για δεκάδες χρόνια χάζευα την πυκνοφυτεμένη βεράντα του τελευταίου ορόφου. Κάθε φορά που βρισκόμουν στο απέναντι πεζοδρόμιο στεκόμουν και ξεχώριζα τα δέντρα – πολλά πεύκα, φοίνικας, ίσως μουσμουλιά… Ονειρευόμουν ότι χτυπούσα το κουδούνι και ζητούσα να μου επιτρέψουν να χαζέψω τη βεράντα τους. Ονειρευόμουν, επίσης, ότι φιλόξενα με κερνούσαν μια δροσερή λεμονάδα στη σκιά των δέντρων τους. Τα τελευταία χρόνια είχα διακρίνει μια κατάπτωση – πιο αραιά τα δέντρα, πιο ξερές οι κορυφές. Σήμερα μου φάνηκε μισοάδεια – με ξεραμένες παρατημένες γλάστρες. Δεν ξέρω αν παίχτηκαν οικογενειακά δράματα, ή αν ήταν μια περιουσιακή μεταβίβαση. Η βεράντα πάντως έχασε τον μερακλή της και τον πένθησα μαζί της».
> Η Χριστίνα Πουλίδου γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά κι έγινε δικηγόρος. Η δημοσιογραφία, όμως από τα φοιτητικά της χρόνια στον «Θούριο» ήταν στην πραγματικότητα το πεδίο που τη συνάρπαζε και όπου ήθελε να ενταχθεί. Ξεκίνησε γράφοντας στην «Αυγή» και την «Πρώτη» – στην «Αυγή» δούλεψε απ’ τα τέλη του ’89 ως το 2012, από το ’91 ως το 2011 προστέθηκε ο «Επενδυτής» και τέλος το ΑΠΕ. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε µε την έννοια της Ευρώπης και την εξωτερική πολιτική. Δούλεψε πολύ στο ραδιόφωνο και στην έντυπη δημοσιογραφία. Από το 2015 που παραιτήθηκε, είναι διευθύντρια του Ιδρύµατος Κωνσταντίνου Σηµίτη.