Ηχθεσινή συνάντηση όλων των ενδιαφερομένων μερών στη Λευκωσία για την ηλεκτρική διασύνδεση βοήθησε να διευκρινιστεί ότι τη δανειοδότηση για το έργο, σε κάποιο ποσοστό του τελικού του κόστους, είναι ο ΑΔΜΗΕ που θα τη ζητήσει και θα τη φορτωθεί και όχι οι δύο κυβερνήσεις, όπως επέμεναν να υποβάλλουν οι ενημερώσεις από αρμόδιους στην Ελλάδα.

Η κατάσταση είναι σήμερα κάπως πιο ξεκάθαρη. Αλλά καθόλου πιο αισιόδοξη. Οι δύο κυβερνήσεις επέλεξαν την ΕΤΕπ για να κάνει τη μελέτη δέουσας επιμέλειας, στη βάση της απόφασης των Χριστοδουλίδη και Μητσοτάκη τον Νοέμβριο. Χρειάστηκαν σχεδόν επτά μήνες για να ζητηθεί η πραγματοποίηση της μελέτης από την ΕΤΕπ. Ακόμα και σήμερα δεν ξέρουμε ποιος ακριβώς θα κάνει τη μελέτη. Οι τεχνοκράτες της τράπεζας ή κάποια εταιρεία του ιδιωτικού τομέα, όπως συνέβη και παλαιότερα; Αν θα γίνει το δεύτερο, θα χαθεί κάποιος χρόνος και για τις διαδικασίες επιλογής της.

Ούτως ή άλλως, θα περιμένουμε αρκετούς μήνες για να μάθουμε από την ΕΤΕπ το κόστος της ηλεκτρικής διασύνδεσης με βάση τα σημερινά δεδομένα, τον αναθεωρημένο χρόνο αποπεράτωσης του έργου στην περίπτωση που θα προχωρήσει και σε τελική ανάλυση τη βιωσιμότητά του για τους επενδυτές και την ωφελιμότητά του για τους καταναλωτές ρεύματος. Αν μπουν και θέματα αναλογικού καταμερισμού κόστους, αντιλαμβάνεστε…

Διερωτώμαστε αν η μελέτη θα καλύψει και το τεράστιο γεωπολιτικό ζήτημα ή θα το παρακάμψει και αυτή, μέχρι να το ξαναβρούμε μπροστά μας επί του πεδίου, αν η τεχνοοικονομική μελέτη βγάλει θετικό πόρισμα και ανάψει πράσινο φως στον φορέα υλοποίησης.

Διαβάζουμε πως τα τεχνικά ή άλλα παρόμοιας φύσης προβλήματα για ένα μεγάλο έργο είναι οπωσδήποτε στα αντικείμενα μιας μελέτης δέουσας επιμέλειας. Τα γεωπολιτικά εμπόδια θα τα εξετάσει μια τέτοια μελέτη από την ΕΤΕπ; Και αν δεν τα εξετάσει η ΕΤΕπ ή ο υπεργολάβος της, ποιος θα τα εξετάσει, ώστε κάποια στιγμή να ξέρουμε σφαιρικά αν το έργο της διασύνδεσης μπορεί να υλοποιηθεί -και μπορούμε να το φέρουμε σε πέρας- με όφελος προς όλους, ανεξαρτήτως εξωφρενικών ενστάσεων τουρκικής ή άλλης προέλευσης;

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν δεκτούμε πως πράγματι «το έργο ξαναμπήκε στην πρίζα», είναι ξεκάθαρο πως όχι το 2030 δεν μπορεί να είναι λειτουργήσιμη η ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά ούτε και 3-4 χρόνια αργότερα.

Μπορεί λοιπόν προσωρινά να φεύγει από το τραπέζι της συζήτησης η αντιπαράθεση για το αν συμφέρει ή όχι η διασύνδεση ή για το αν είχε ή δεν είχε δίκαιο ο Μάκης Κεραυνός, κλπ, αφού αυτό θα περιμένουμε να μας το πει η ΕΤΕπ, αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να φύγει, έστω για μερικά χρόνια, από τους όποιους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Κύπρου η ηλεκτρική διασύνδεση με όλα τα οφέλη στα οποία προσδοκούσαμε αρχικά: τη δυνατότητα διοχέτευσης πλεονασμάτων πράσινης ενέργειας σε εξωτερικά δίκτυα, την προοπτική εισαγωγής φθηνότερου ηλεκτρισμού από άλλα δίκτυα, την ασφάλεια και εξισορρόπηση του συστήματος και άλλα διάφορα.

Και με δεδομένο πως έχουμε ήδη ξεχάσει (μεταθέσει, για την ακρίβεια, κοντά στο 2030) και την εισαγωγή φυσικού αερίου μέσω του τερματικού στο Βασιλικό, είναι προφανές πως τα παραμύθια έχουν τελειώσει και κανένας δεν νομιμοποιείται να καταφεύγει άλλο σε αυτά.

Έχουμε μείνει, εν ολίγοις, μόνοι μας, με τις συμβατικές μονάδες της ΑΗΚ, κάποιες σε κακά χάλια και κάποιες με ημερομηνία λήξης τέλη του 2029, με τα ιδιωτικά πάρκα ΑΠΕ χωρίς αποθηκευτική δυνατότητα για την ώρα και για πολλή ώρα ακόμα, με τα οικιακά μας φωτοβολταϊκά που ξαλαφρώνουν ικανοποιητικά όσους έχουν και όσους δεν διπλασίασαν την κατανάλωση ηλεκτρισμού μέσα στην αποθέωση του αρχοντοχωριατισμού τους, με τα προβλήματα ευστάθειας του συστήματος λόγω της παραπεταμένης Δεκέλειας και των ορίων παραγωγής στο Βασιλικό, με τους κινδύνους από την πιθανή ανεπάρκεια ηλεκτρισμού σε ώρες αιχμής και, μην ξεχάσουμε, το υψηλότατο κόστος ηλεκτρισμού, που το καθορίζει σε μεγάλο ποσοστό η διεθνής αγορά πετρελαίου. Και με μια ανταγωνιστική αγορά, τρόπος του λέγειν, στην οποία πιστεύουν πλέον όλο και λιγότεροι, δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών στον τόπο.

Τώρα λοιπόν που τέλειωσαν οι προσδοκίες, κάποιες άλλες αποφάσεις πρέπει να ληφθούν, με βιασύνη. Για περισσότερο και φθηνότερο ρεύμα. Φεύγουν αυτές οι εκλογές, έρχονται οι επόμενες. Που δεν θα είναι τόσο ξενέρωτες και αδιάφορες όπως οι βουλευτικές.