Η προεκλογική περίοδος στην Κύπρο μοιάζει να τα έχει όλα. Γελοιότητα, τοξικότητα, αλαζονεία, υπερβολή, έναν ατελείωτο αριθμό υποψηφίων και δεκάδες αυτόκλητους «παράγοντες» πολιτικής και ηθικής που, μέσα από αναρτήσεις και βίντεο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, επιχειρούν να παραδώσουν μαθήματα αυθεντίας και πατριωτισμού.

Υποψήφιος του ΕΛΑΜ μάς ενημέρωσε προχθές πως προτίθεται να καταθέσει πρόταση νόμου ώστε να παρακολουθούνται το ΑΚΕΛ, το Volt και η Άμεση Δημοκρατία, επειδή —όπως υποστηρίζει— αποτελούν κίνδυνο για την Κυπριακή Δημοκρατία. Δυσκολεύεται κανείς να αντιληφθεί αν ο συγκεκριμένος υποψήφιος, ή ακόμη και το ίδιο του το κόμμα, κατανοούν πραγματικά τη βαρύτητα αυτού που ειπώθηκε. Διότι εδώ δεν μιλάμε για μια απλή πολιτική άποψη ή για το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Δεν πρόκειται για μια συζήτηση γύρω από τον γάμο ομοφύλων ή την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, όπου μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές ιδεολογικές τοποθετήσεις. Πρόκειται για ζήτημα δημοκρατικής αντίληψης και θεσμικής προστασίας του πολιτεύματος.

Είτε, λοιπόν, πρόκειται για πολιτική ανεπάρκεια, είτε για επικίνδυνη άγνοια, είτε για συνειδητή πολιτική επιλογή, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: η κανονικοποίηση μιας βαθιά αντιδημοκρατικής λογικής.

Από την άλλη, ο υποψήφιος του Φειδία, Γιάννης Δαμιανού, μαζί με τον καθηγητή Λουκά Νίκο —γνωστό και ως «Λουκάνικο»— συνεχίζουν την περιοδεία τους ανά την Κύπρο, επιχειρώντας, με την ίδια συνταγή του ευρωβουλευτή, να εμφανιστούν ως αυθεντίες επί παντός επιστητού. Σε σχετικό βίντεο, ο Δαμιανού φαίνεται να διαβάζει από το κινητό του το «σκονάκι» της βαθυστόχαστης ανάλυσής του για τον εθνικό ύμνο και γιατί, κατά την άποψή του, θα πρέπει να αλλάξει.

Κι όμως, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως φορείς πολιτικής ανανέωσης και «διαφορετικής σκέψης», γυρίζοντας την Κύπρο και μοιράζοντας εύκολες ατάκες, πρόχειρες θεωρίες και επικίνδυνα απλοϊκές προσεγγίσεις.

Όμως μια χώρα δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ αόριστον σαν διαδικτυακό live stream. Ο «πασιαμάς» τελειώνει κάποια στιγμή και η πραγματικότητα παραμένει.

Τις τελευταίες μέρες, βέβαια, ξεχειλίσαμε και από αλαζονεία, ειρωνεία και προσωπικές επιθέσεις. Ακολούθησαν απολογίες, διευκρινίσεις και προσπάθειες αναδίπλωσης, αλλά ο προβληματισμός παραμένει. Από την ανάρτηση της Ειρήνης Χαραλαμπίδου, που φωτογράφιζε τη Στέλλα Σάββα ως ανεπαρκή και μεροληπτική δημοσιογράφο σε σχέση με τη διαχείριση του debate μεταξύ Οδυσσέα Μιχαηλίδη και Νικόλα Παπαδόπουλου, μέχρι τον θόρυβο που προκάλεσε η αποχώρηση συνεργάτη της λόγω διαφωνίας με τις θέσεις του Άλματος, το πολιτικό κλίμα θυμίζει περισσότερο αρένα προσωπικών εκκαθαρίσεων παρά πεδίο πολιτικού διαλόγου.

Και ύστερα ήρθε και η περιβόητη ανάρτηση για τον «συντηρητή των ψυκτικών του νερού στο ΑΛΜΑ», που απευθυνόταν στον παραιτηθέντα συνεργάτη της Ειρήνης Χαραλαμπίδου. Ακολούθησε απολογία και διευκρίνιση, ότι στόχος της ανάρτησης ήταν η άσκηση κριτικής στο γεγονός ότι η παραίτηση ενός συνεργάτη πολιτικού προσώπου μετατράπηκε σε πρώτο θέμα από μερίδα των ΜΜΕ.

Δεν αμφισβητούμε ότι αυτή ήταν πράγματι η πρόθεση. Ανάλογης κάλυψης όμως έτυχε το θέμα και όταν η κ., Χαραλαμπίδου ανακοίνωσε τη συνεργασία της με το συγκεκριμένο άτομο. Πέραν αυτού όμως, κρίνεται,  και ο τρόπος, ο συμβολισμός και το ύφος με το οποίο εκφράζεται κανείς στο δημόσιο λόγο.

Διότι η τοξικότητα δεν είναι ένα στιγμιαίο ξέσπασμα. Είναι τρόπος σκέψης. Είναι κουλτούρα. Είναι η συνεχής ανάγκη απαξίωσης των πάντων και η μόνιμη καταγγελία εναντίον όλων. Όλοι διεφθαρμένοι, όλοι ανίκανοι, όλοι «λερωμένοι» — εκτός από εμάς και όσους συμφωνούν μαζί μας. Μέχρι φυσικά να διαφωνήσουν. Τότε μετατρέπονται κι αυτοί αυτομάτως σε μέρος του προβλήματος.

Αυτή η προεκλογική περίοδος αποτυπώνει με ακρίβεια τη σημερινή εικόνα του πολιτικού σκηνικού στην Κύπρο: Έναν δημόσιο διάλογο κατακερματισμένο, νευρικό, εύκολα χειραγωγήσιμο και συχνά εγκλωβισμένο ανάμεσα στην οργή, τον λαϊκισμό και την επιφανειακή πολιτική επικοινωνία.

Οι εκλογές, όμως, τελειώνουν σε λίγες μέρες. Από την Κυριακή και μετά δεν θα συζητούμε για το τι ίσως κρύβει η κάλπη, αλλά για το τι παρακαταθήκη αφήνει αυτή η προεκλογική για την επόμενη πενταετία. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ανησυχία.

Όχι, τα πολιτικά κόμματα δεν είναι άμοιρα ευθυνών για αυτή την κατάντια. Αντίθετα, επί χρόνια επένδυσαν στη λογική της επικοινωνίας αντί της πολιτικής, της εικόνας αντί της ουσίας και του συνθήματος αντί της σοβαρής πρότασης. Άνοιξαν τον δρόμο στον εύκολο λαϊκισμό, εξέθρεψαν την απαξίωση των θεσμών και συχνά αντιμετώπισαν την πολιτική περισσότερο ως πεδίο εντυπώσεων παρά ως χώρο ευθύνης.

Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο σημείο όπου η σοβαρότητα θεωρείται αδυναμία, η γνώση ελιτισμός και η χυδαιότητα «αυθεντικότητα». Μόνο που η Δημοκρατία δεν επιβιώνει με ατάκες, followers και διαδικτυακούς μονολόγους. Επιβιώνει με θεσμούς, πολιτική παιδεία, ευθύνη και πολίτες που μπορούν ακόμη να ξεχωρίζουν τη διαμαρτυρία από την επικίνδυνη ευκολία.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, η κάλπη δεν θα δείξει μόνο ποιοι θα μπουν στη Βουλή. Θα δείξει και ποιοι έχουμε γίνει ως κοινωνία.