Την Κυριακή των εκλογών, τα περισσότερα κανάλια άρχισαν τις νυχτερινές τους εκπομπές στις 17:00. Μέχρι τις 18:00 είχαν παρελάσει από αυτά αρκετοί κομματικοί αντιπρόσωποι. Επειδή τους έπιανε ο νόμος, δεν μπορούσαν να πουν και πολλά πράγματα πριν το κλείσιμο των καλπών. Όλοι ήταν «συγκρατημένα αισιόδοξοι» και όλοι πανηγύριζαν για την αύξηση της συμμετοχής, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του 2021. Τελικά, η Λευκωσία έριξε την αποχή παγκύπρια αλλά όχι τόσο πολύ. Από το 34,28% του 2021 έπεσε στο 33,09% του 2026, συνεπώς, στις κουβέντες που ακολούθησαν, ξεχάστηκε και το ζήτημα της αυξημένης συμμετοχής. Οι αντιπρόσωποι επέστρεψαν στις εργοστασιακές τους ρυθμίσεις, άρχισε η συζήτηση για την προεδρία της βουλής, οι ειρωνείες, οι καυγάδες, η γνωστή αθλιότητα της κομματοκρατίας.
Μα ίσως να ήρθε ο καιρός να γίνει μια ιδεολογικοπολιτική συζήτηση για την αποχή ή/και για όσους δεν εκπροσωπούνται στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Διότι οι δακρύβρεχτες και υποκριτικές ατάκες των κομματικών αντιπροσώπων και η θλίψη τους για την αποχή, δεν έχουν και νόημα σε αυτή τη διαδικασία. Ίσως ήρθε και ο καιρός να αποδεχτούμε και να αποδεχτούν ότι στη Βουλή δεν βρίσκονται εκπρόσωποι του λαού, αλλά των ψηφοφόρων των κομμάτων, τα οποία -εδώ και χρόνια- εκφράζουν μερικές μειοψηφίες. Και βέβαια, δεν είναι πια αρκετό να λέμε πως όσοι απείχαν, δεν ενδιαφέρονται και εναποθέτουν το μέλλον τους σε άλλους. Ούτε αυτό που λεγόταν κάποτε, μες στην αμορφωσιά και την υπεροψία, ότι ο λαός επέλεξε τις παραλίες αντί τις εκλογές.
Έχει εδραιωθεί, πολύ καθαρά, ότι ένα τεράστιο ποσοστό εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δεν εκπροσωπείται στη Βουλή είτε απέχοντας από τη διαδικασία είτε επιλέγοντας κόμματα που δεν έπιασαν το όριο του 3,6%. Κι αυτό δεν σημειώνεται για να καταργηθούν οι εκλογές, αλλά για να καταλάβουν τα κόμματα, παλιά και νέα, ότι εκφράζουν μικρές μειοψηφίες, υπηρετούν την κομματοκρατία και τη μετριότητα και δεν πείθουν την πλειοψηφία ότι την εκπροσωπούν. Δεν πείθουν ότι είναι εκεί για να προτείνουν λύσεις και εναλλακτικές για την οικονομία, την κατοχή, τη δημοκρατία, τη διαφθορά, τη διαπλοκή, τον πολιτισμό, το περιβάλλον, αλλά για να καταθέσουν τροποποιήσεις που βολεύουν τον παρασιτισμό.
Οι βουλευτικές, σε προεκλογικό και μετεκλογικό επίπεδο, έχουν καταντήσει ένας ύμνος στην κακογουστιά και το βήμα για νέα φρούτα που δείχνουν χειρότερα από τα προηγούμενα. Μια εκλογική διαδικασία, η οποία βολεύει παλιούς και νέους κομματάρχες να μετρήσουν κουκιά για προσωπικές ατζέντες, που όμως επιβραβεύουν και οι ψηφοφόροι τους. Μπορεί να εκφράζεται μηδενιστικά, αλλά πρέπει να αποδεχτούμε και να συζητήσουμε με αφετηρία το ότι στη Βουλή δεν είναι η κοινωνία και τα κόμματα δεν εκφράζουν τον λαό, δεν δίνουν και δεκάρα για όσα δεν επηρεάζουν τη δική τους ευημερία. Δεν έχουν όραμα για το αύριο, δεν τους κόφτει αν ο τόπος θα είναι ελεύθερος και κυρίαρχος, αν θα υπάρχει δημοκρατία, αν θα υπάρχει λαός. Αλλά ποιος θα τα συζητήσει όλα αυτά; Οι οπαδοί των κομμάτων που πανηγυρίζουν για τα ποσοστά και τις έδρες των ευνοούμενων;