Η ΑΠΟΧΗ θριάμβευσε και πάλι. Στις βουλευτικές εκλογές της περασμένης Κυριακής, ένα σημαντικό ποσοστό συμπολιτών μας δεν προσήλθε στις κάλπες για να ψηφίσει. Από τους συνολικά 569.182 εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους, οι 188.088 (ποσοστό 33,09%) δεν άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα.
ΤΙ σημαίνει αυτό; Ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας δεν συμμετείχε σε μια διαδικασίας επιλογής των εκπροσώπων της. Τις εκλογές διεκδίκησαν 752 υποψήφιοι, 19 κομματικοί κι άλλοι σχηματισμοί και προφανώς κάποιους από όλους αυτούς θα μπορούσαν να ψηφίσουν. Ακόμη κι εάν όλους τους θεωρούσαν «κακές επιλογές», μπορούσε να λειτουργήσει «το μη χείρον».
ΟΤΑΝ δεν συμμετέχει κάποιος στις εκλογές, δεν επιλέγει αντιπρόσωπο του, είναι ως να μην εκπροσωπείται. Άλλοι αποφασίζουν γι αυτόν. Και κάποιος που δεν ψηφίζει δεν μπορεί να κρίνει. Δεν μπορεί να κρίνει και να κατακρίνει, να διαμαρτύρεται, όταν στην κορυφαία διαδικασία της δημοκρατίας αποποιήθηκε του δικαιώματος συμμετοχής στις εκλογές. Τούτο, για εμάς είναι ξεκάθαρο. Αν και υπάρχει και μια κατηγορία συμπολιτών μας, που δεν ψηφίζει για άλλους λόγους, που δεν έχουν να κάνουν με την πολιτική ή την αδιαφορία. Δεν είναι, δηλαδή, συνειδητή η αποχή, αλλά εξ ανάγκης.
ΠΩΣ θα αλλάξουν τα δεδομένα, τα κακώς έχοντα, όταν κάποιος επιλέγει την αποχή; Προφανώς αυτό, η αλλαγή, μπορεί να γίνει με τη συμμετοχή.
ΥΠΑΡΧΕΙ και η άλλη διάσταση στο ζήτημα τούτο. Υπάρχει και ένα ζήτημα εμπιστοσύνης προς το σύστημα και τους θεσμούς, ως αποτέλεσμα της ελλειμματικής λειτουργίας τους. Η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγεί μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων στη μη συμμετοχή, στην αποχή.
ΕΙΝΑΙ προφανές πως ο δρόμος για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα θα είναι μακρύς και αμφιβόλου κατάληξης, κυρίως γιατί αποφεύγεται επιμελώς η αναζήτηση των πραγματικών λόγων της απαξίωσης. Η ευθύνη για την αλλαγή προσέγγισης στην προκειμένη περίπτωση είναι των θεσμών και του πολιτικού προσωπικού.
ΤΟ θέμα της αποχής απασχολεί μόνο το βράδυ της καταμέτρησης των ψήφων ή και τις επόμενες λίγες ημέρες που ακολουθούν των εκλογών. Εκείνοι, που πραγματικά θα έπρεπε να ασχολούνταν με το θέμα της μη συμμετοχής είναι οι πολιτικοί και πολιτειακοί αξιωματούχοι, οι πολιτικές δυνάμεις. Ακόμη κι εάν δεν επηρεάζονται στο τέλος από την αποχή, το θέμα της συμμετοχής είναι ζήτημα που συνδέεται με την λειτουργία της δημοκρατίας.