Σε μια χώρα όπου χιλιάδες χαμηλοσυνταξιούχοι μετρούν τα κέρματα πριν πάνε υπεραγορά, όπου νέοι άνθρωποι αδυνατούν να πληρώσουν ενοίκιο και οικογένειες ζουν με τον φόβο του επόμενου λογαριασμού της ΑΗΚ, υπάρχει μια κατηγορία πολιτών που αποχαιρετά το αξίωμα σαν να κέρδισε το σούπερ λαχείο. Οι βουλευτές.
Με το τέλος της κοινοβουλευτικής τους διαδρομής, αρκετοί αποχωρούν όχι μόνο με βαρύγδουπες δηλώσεις περί «προσφοράς στον τόπο», αλλά και με ένα αφορολόγητο εφάπαξ που φτάνει μέχρι τις €250.000. Και επειδή η πολιτική στην Κύπρο ξέρει να φροντίζει τα παιδιά της, το πακέτο συνοδεύεται και από παχυλή σύνταξη.
Σε μια μικρή χώρα που ζητά συνεχώς δημοσιονομική πειθαρχία και σφίξιμο του ζωναριού από τους πολίτες, φαίνεται πως κάποιοι παραμένουν υπεράνω πραγματικότητας. Πώς αλλιώς να περιγράψει κάποιος ένα πολιτικό σύστημα, που θεωρεί φυσιολογικό να μοιράζει χρυσά επιδόματα σε ανθρώπους που ούτε άνεργοι μένουν, ούτε χωρίς εισόδημα;
Καθώς 27 βουλευτές αποχωρούν από τη Βουλή -είτε επειδή δεν επανεξελέγησαν είτε επειδή επέλεξαν να μη διεκδικήσουν ξανά την ψήφο των πολιτών λόγω ορίου θητειών- θα εισπράξουν ένα τελευταίο «ευχαριστώ» από το κράτος. Με λεφτά των φορολογούμενων δηλαδή. Αφορολόγητα, παρακαλώ. Διότι όταν πρόκειται για τέτοια προνόμια, η φορολογία φαίνεται πως είναι υπόθεση των κοινών θνητών.
Ένας βουλευτής με μία θητεία αποχωρεί με εφάπαξ €90.000 και μηνιαία σύνταξη €1.600. Όσοι συμπλήρωσαν περισσότερες θητείες, φεύγουν με φιλοδώρημα που φτάνει τις €250.000 και σύνταξη περίπου €4.500 τον μήνα.
Ακολουθεί η ερώτηση των δύο εκατομμυρίων (τόσο περίπου θα κοστίσει συνολικά αυτό το πανηγύρι αποχωρήσεων): Γιατί; Ποια ακριβώς είναι η κοινωνική, οικονομική ή έστω ηθική λογική πίσω από αυτό το βασιλικό οφίκιο; Διότι περί οφικίου πρόκειται. Και μάλιστα προκλητικού.
Δεν μιλάμε για ανθρώπους που αποχωρούν από μια θέση που τους προκαλούσε οικονομική ανασφάλεια. Οι βουλευτές λαμβάνουν πολύ υψηλές απολαβές κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Επιπλέον, αποκτούν και γενναιόδωρες συντάξεις. Όταν, μάλιστα, οι περισσότεροι διατηρούν παράλληλα και την ιδιωτική επαγγελματική τους δραστηριότητα σε δικηγορικά γραφεία, επιχειρήσεις, λογιστικά, ιατρεία, συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Δεν ξυπνούν, δηλαδή, την επόμενη μέρα άνεργοι, κοιτώντας το ψυγείο με αγωνία όπως χιλιάδες συμπολίτες μας που χάνουν τη δουλειά τους ή παλεύουν να τα βγάλουν πέρα.
Στην Κύπρο, όμως, φαίνεται πως αντιμετωπίζουμε τους βουλευτές λες και αποστρατεύονται από κάποιο επικίνδυνο μέτωπο. «Υπηρέτησαν την πατρίδα», θα πουν ορισμένοι. Βεβαίως. Μόνο που η υπηρεσία προς το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να μετατρέπεται σε VIP πακέτο οικονομικής αποκατάστασης.
Ας δούμε τι γίνεται αλλού. Στη Νορβηγία, που δεν είναι χώρα στην οποία συζητούν για το κόστος του ηλεκτρισμού και τα ενοίκια που στραγγαλίζουν νοικοκυριά, οι βουλευτές που αποχωρούν λαμβάνουν μεταβατική αποζημίωση περιορισμένης διάρκειας μέχρι να επανενταχθούν επαγγελματικά και υπό προϋποθέσεις.
Στη Γερμανία, η λογική είναι επίσης μεταβατική. Προβλέπεται επίδομα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και με συμψηφισμό άλλων εισοδημάτων. Με απλά λόγια, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η φιλοσοφία δεν είναι το χρυσό αποχαιρετιστήριο φιλοδώρημα, αλλά η προσωρινή στήριξη μέχρι την επαγγελματική αποκατάσταση.
Υπάρχει κάτι ακόμη. Σε αρκετά ευρωπαϊκά κοινοβούλια ισχύουν αυστηρότεροι κανόνες ασυμβίβαστου και ελέγχου για παράλληλες επαγγελματικές δραστηριότητες. Στην Κύπρο, αντίθετα, πολλοί βουλευτές συνεχίζουν κανονικά τις ιδιωτικές τους δραστηριότητες και στο τέλος της διαδρομής επιβραβεύονται και με ένα χρυσό δωράκι €250.000. Μην πείτε ότι δεν σας προσέξαμε….
Κάποτε μας έλεγαν ότι οι πολλαπλές συντάξεις ήταν «νόμιμες», «κεκτημένο» και περίπου… αναγκαίο κακό. Χρειάστηκαν σχεδόν δύο δεκαετίες κοινωνικής πίεσης για να κάνουν πίσω, έστω και με τρόπο που άφησε αρκετούς πολίτες με την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα προστάτευσε όσο μπορούσε τον εαυτό του.
Τώρα έχουμε μπροστά μας το επόμενο πολιτικό ταμπού, τα χρυσά εφάπαξ των βουλευτών. Το ερώτημα δεν είναι αν είναι νόμιμα. Πολλά προκλητικά πράγματα είναι νόμιμα. Το ερώτημα είναι αν είναι ηθικά, οικονομικά και πολιτικά ανεκτά σε μια χώρα, που ακόμη μιλά για ακρίβεια, στεγαστική κρίση και κοινωνικές ανισότητες.
Διότι όταν ένας πολίτης ακούει ότι δεν υπάρχουν λεφτά για ουσιαστική κοινωνική στήριξη, αλλά βρίσκονται εκατομμύρια για να αποχαιρετούν τους πολιτικούς με τραπεζικούς λογαριασμούς φουσκωμένους, δεν γεννιέται μόνο θυμός. Προκαλείται περιφρόνηση για ένα σύστημα που εξακολουθεί να νομοθετεί με αξιοζήλευτη ευαισθησία όταν πρόκειται για τα δικά του προνόμια.
Κάπου εδώ αξίζει μια ειλικρινής απάντηση από τους ίδιους τους βουλευτές. Αν το προνόμιο αυτό αφορούσε οποιαδήποτε άλλη ομάδα εργαζομένων, θα το θεωρούσαν κοινωνικά δίκαιο ή θα έβγαιναν στα τηλεοπτικά πάνελ να μιλούν για «προκλητικές στρεβλώσεις» και ανάγκη μεταρρυθμίσεων; Μέχρι να απαντηθεί αυτό, οι πολίτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν. Και οι πολιτικοί να αποχωρούν σαν να κέρδισαν το τζόκερ.