Αυτές τις ημέρες διαβάζω ένα γαλλικό βιβλίο για τα σεξουαλικά σκάνδαλα ρωμαιοκαθολικών  κληρικών σε διάφορες χώρες: Pierre de Charentenay, Tolérance zéro: Lutter contre la pédophilie dans l’ Eglise, Paris 2021 – Μηδενική ανοχή: Ο αγώνας κατά της παιδοφιλίας στην Εκκλησία, Παρίσι 2021. Ενώ μελετούσα το βιβλίο, άκουσα από τηλεοράσεως τα νεότερα για την δεύτερη δίκη κατά του πρώην Μητροπολίτη Κιτίου με την κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κατά ανήλικης το 1981 (στην πρώτη δίκη αθωώθηκε από την κατηγορία του βιασμού).

Δεν έχω πρόθεση βεβαίως να σχολιάσω την εν εξελίξει νέα δίκη. Άλλο είναι το θέμα μου      και θα το διατυπώσω υπό μορφή ερωτήσεως: Γιατί η Ιερά Σύνοδος, που εδώ και πολλά χρόνια γνώριζε τις διάφορες φημολογίες για τον Μητροπολίτη Κιτίου, δεν τις ερεύνησε εγκαίρως και αυτεπαγγέλτως; Οι φημολογίες μπορεί να ευσταθούν μπορεί και όχι. Από την στιγμή όμως που υπάρχουν δεν έπρεπε να αγνοηθούν με την δικαιολογία ότι δεν υπάρχουν καταγγελίες. Οι κρατικοί και εκκλησιαστικοί θεσμοί πρέπει πάντοτε να αναμένουν καταγγελίες για να κινηθούν; Γιατί η Σύνοδος δεν όρισε μια ειδική επιτροπή για τον Κιτίου, η οποία να συλλέξει αρκετές μαρτυρίες, ώστε να καταλήξει σε ένα καλώς θεμελιωμένο πόρισμα; Θυμάμαι ότι η Επίτροπος Διοικήσεως Ηλιάνα Νικολάου με αφορμή τον θάνατο της Οξάνα Ράντσεβα στην Λεμεσό προχώρησε σε αυτεπάγγελτη έρευνα για την σωματεμπορία στην Κύπρο∙ μάλιστα μου έστειλε λειτουργό του γραφείου της, τον οποίο έφερα σε επαφή με ρωσίδες πρώην θύματα της σωματεμπορίας (τότε   δεν είχα ακόμη ιδρύσει το Καταφύγιο Θυματων της Σωματεμπορίας  στην Λεμεσό). Το σημαντικό στην έρευνα της Επιτρόπου ήταν ότι υπέδειξε την υποκρισία του Κράτους, που παρέδιδε σε εγνωσμένους μαστροπούς τα θύματά τους ως δήθεν χορεύτριες – «καλλιτέχνιδες». Δεύτερο παράδειγμα: Πρίν λίγα χρόνια η Χιλή συγκλονιζόταν από τις κατηγορίες κατά ενός επισκόπου για κάλυψη ενός διαβοήτου παιδεραστή ιερέα, που είχε καθαιρεθεί από το Βατικανό το 2010. Τελικά ο Πάπας Φραγκίσκος αποφάσισε να δράσει (αρχικά δεν πίστευε στην ενοχή του επισκόπου). Ο ίδιος ο Πάπας συνάντησε μάρτυρες κατά του επισκόπου, διέταξε έρευνα του ζητήματος, που απέδειξε την ενοχή του επισκόπου και εν συνεχεία τον Μάϊο του 2018 κάλεσε τους τριάντα τέσσερις επισκόπους της Χιλής στην Ρώμη. Όλοι οι επίσκοποι υπέβαλαν την παραίτηση τους στον Πάπα Φραγκίσκο αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την αδράνειά τους στην αντιμετώπιση των σεξουαλικών σκανδάλων κληρικών. Ο Πάπας αποδέχθηκε επτά παραιτήσεις. Μετά από αυτό τα πολιτικά δικαστήρια της Χιλής εκδίκασαν περισσότερες από εκατόν προσφυγές θυμάτων επιδικάζοντας μεγάλες αποζημιώσεις (Pierre de Charentenay…, σ. 53 – 57).

Κατ’ αρχάς επισημαίνω ότι στην Κύπρο και γενικώς στις ορθόδοξες χώρες τα σεξουαλικά σκάνδαλα των κληρικών, εγγάμων ή αγάμων, είναι σπάνια. Εξ άλλου στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου που επέβαλε αυθαιρέτως ο Ρωμαιοκαθολικισμός (για την   σχέση της υποχρεωτικής αγαμίας με τα σεξουαλικά σκάνδαλα ρωμαιοκαθολικών κληρικών βλέπε     Ηubert Wolf, Zölibat: 16 Thesen, München 2019, σ. 123 – 136). Η αγαμία του κλήρου δεν είναι επιταγή αλλά χάρισμα και επιλογή. Μάλιστα η αρχαία Εκκλησία είχε όχι μόνο εγγάμους ιερείς   αλλά και εγγάμους επισκόπους. Θα ήταν προς όφελος της Εκκλησίας η επαναφορά της εκλογής           και εγγάμων ιερέων στο επισκοπικό αξίωμα. Έγγαμοι ιερείς με καλή φήμη και δράση και σε          μια προχωρημένη ηλικία, όταν τα παιδιά τους έχουν πλέον μεγαλώσει, είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσουν και ως επίσκοποι. Αντιθέτως η εκλογή στον επισκοπικό βαθμό νέων στην ηλικία αγάμων κληρικών και μη δοκιμασμένων ενέχει ενίοτε τον κίνδυνο της μετατροπής τους σε «καριερίστες» ή έτι χειρότερον σε σκανδαλοποιούς επισκόπους.    

Έρχομαι τώρα στο θεμα μας. Μέχρι στιγμής η Ιεραρχία παραμένει απλός παρατηρητής      των εξελίξεων στο πολιτικό δικαστήριο. Προφανώς θα ενεργήσει σε περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως επιβάλλοντας μια εκκλησιαστική ποινή. Διερωτούμαι όμως τι θα κάνει η Διοικούσα Εκκλησία σε περίπτωση αθώωσης του πρώην Κιτίου; Θα θεωρήσει το θέμα λήξαν; Αυτή δεν     είναι η ενδεδειγμένη στάση για ένα ζήτημα που η ίδια η Εκκλησία μπορεί να το αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο και μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητος. Η εισήγησή μου προς την Σύνοδο είναι ο άμεσος διορισμός ανακριτικής επιτροπής για τον πρώην Κιτίου με την εντολή        να εξετάσει όλες τις καταγγελίες που θα παρουσιασθούν ενώπιόν της. Αυτή είναι ασφαλέστερη οδός για την ανακάλυψη της αλήθειας από τις ατομικές προσφυγές στα πολιτικά δικαστήρια. Επιπροσθέτως η διερεύνηση από την Εκκλησία έχει το πλεονέκτημα του σεβασμού προς τα θύματα. Αλλοίμονο άν τους δοθεί το μήνυμα ότι η εκκλησιαστική ηγεσία δεν τα εμπιστεύεται.

Η Σκεύη Κουκουμά, γενική γραμματέας της ΠΟΓΟ, δήλωσε τά εξής: «Το αποτέλεσμα της πρώτης υπόθεσης, το οποίο αθώωνε τον τέως Μητροπολίτη, έχει περάσει μηνύματα ότι τελικά οι γυναίκες δεν θα βρουν το δίκαιο τους και άρα, ενδεχομένως ποιος ο λόγος να μπουν και στην ψυχοφθόρα αυτή διαδικασία». Προσθέτω ότι αν δεν ήταν αυτές οι θαρραλέες γυναίκες, τα ζητήματα αυτά θα παρέμεναν στο επίπεδο του εκκλησιαστικού κουτσομπολιού. Ο Timothy Lytton έγγραψε ένα βιβλίο του οποίου ο τίτλος είναι ιδιαιτέρως εύγλωττος: Holding Bishops Accountable: How Lawsuits Helped the Catholic Church Confront Clergy Sexual Abuse, Cambridge 2008.  

Αν η Ιεραρχία δεν κινήσει την διαδικασία έρευνας για τον πρώην Κιτίου, κινδυνεύει να κατηγορηθεί η ίδια για συγκάλυψη. Δεν αγνοώ ότι υπάρχει και μια άλλη άποψη εντός της Εκκλησίας, που λέγει ας μη «σκαλίζουμε» τέτοιες υποθέσεις, για να μη σκανδαλίζεται ο λαός. Πρόκειται για μια απλοϊκή και αφελή νοοτροπία. «Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον» και τότε το ποτάμι θα πάρει και τους ενόχους και όσους τους εκάλυψαν.

* Ιερέας της Ρωσικής Εκκλησίας της Μητροπόλεως Λεμεσού.