
Μετά τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή στο μισό νησί μας, οι μεγάλες και αυξανόμενες ροές αιτητών Ασύλου στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας συνθέτουν, σήμερα, το μεγαλύτερο πρόβλημα ενώπιον της Πολιτείας. Διευκρινίζω ότι το πρόβλημα είναι, πρωτίστως, πρακτικό και λειτουργικό: Δεν μπορεί ένα κράτος, με συγκεκριμένες και περιορισμένες εδαφικές και δημοσιονομικές δυνατότητες, να υποδέχεται, να σιτίζει, να στεγάζει, να περιθάλπει και γενικώς να φροντίζει, καθημερινώς, αιτητές Ασύλου όταν αυτοί αθροίζουν το υπερβολικά υψηλό ποσοστό 6% του ντόπιου πληθυσμού. Το ποσοστό αυτό είναι, με διαφορά, το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πείθει κάθε καλοπροαίρετο παρατηρητή αυτής της σύγχρονης, μαζικής και, εν πολλοίς, οργανωμένης, μετακίνησης ανθρώπων από την Αφρική και την Ασία στην Ευρώπη, κυρίως μέσω Τουρκίας, για το μέγεθος του προβλήματος της Κύπρου.
Το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο, που δεν αφήνει περιθώριο πολιτικών ή κομματικών αντιπαραθέσεων. Αντίθετα, επιβάλλει οριζόντια, συλλογική και αποτελεσματική συνεργασία της κυβέρνησης, της αντιπολίτευσης και όλων των θεσμών του κυπριακού κράτους. Προς αυτή την κατεύθυνση, κρίνεται απολύτως ορθή και αναγκαία η εφαρμογή της πρότασης Νίκου Χριστοδουλίδη για δημιουργία Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, ακριβώς για να επιτευχθεί ο καλύτερος και πιο αποδοτικός συντονισμός όλων.
Με βάση την αλληλουχία των γεγονότων, τρεις είναι οι πτυχές του προβλήματος: Η πρώτη πτυχή είναι η πτυχή της παράνομης άφιξης των αιτητών Ασύλου στις ελεύθερες περιοχές. Με δεδομένο το γεγονός ότι πέραν του 90% των αιτητών εισέρχονται στις ελεύθερες περιοχές από τα Κατεχόμενα, μέσω της Νεκρής Ζώνης, με την οργανωμένη βοήθεια της Τουρκίας και του κατοχικού καθεστώτος, είναι προφανές ότι στη Νεκρή Ζώνη είναι που πρέπει να επικεντρώνονται οι δράσεις της Πολιτείας. Επομένως, η ενίσχυση των ελέγχων και περιπολιών κατά μήκος της Νεκρής Ζώνης, η χρήση της τεχνολογίας, η αξιοποίηση φυσικών εμποδίων και, κυρίως, η σύλληψη και η παραδειγματική καταδίκη των διακινητών, οι οποίοι εγκληματούν ως σύγχρονοι δουλέμποροι, είναι οι βασικοί τρόποι περιορισμού της διέλευσης των αιτητών από τα Κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Βέβαια, θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές: Στόχος της συγκεκριμένης προσπάθειας πρέπει να είναι η αποτροπή της άφιξης στις ελεύθερες περιοχές και όχι η σύλληψη των εν δυνάμει αιτητών, αφού, στην πράξη, είτε αιτητής ασύλου είναι κάποιο πρόσωπο, είτε συλληφθέν για παράνομη είσοδο είναι, η ευθύνη του κράτους για τις μετέπειτα ενέργειες είναι η ίδια.
Η δεύτερη πτυχή είναι η πτυχή της διαχείρισης των αιτήσεων Ασύλου. Αν και έγιναν κάποιες ενέργειες βελτίωσης της κατάστασης (ετεροχρονισμένες και μετά που το πρόβλημα διογκώθηκε ανεξέλεγκτα), η ταχύτητα στην εξέταση των αιτήσεων Ασύλου είναι καθοριστική παράμετρος στην αντιμετώπιση του προβλήματος και πρέπει να αυξηθεί σημαντικά. Η αύξηση της ταχύτητας αυτής, πέρα από την αυτονόητη βελτίωση της όλης κατάστασης, θα οδηγήσει και σε μείωση του κόστους φιλοξενίας των αιτητών με εκκρεμείς αιτήσεις, καθώς και σε μείωση των δυνατοτήτων εκμετάλλευσης του καθεστώτος «αιτητής», η οποία συντελείται μέσω παράνομης εργοδότησης και μέσω τετελεσμένων γεγονότων. Σε αυτή την προσπάθεια, η περαιτέρω συνεργασία του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα είναι επιβεβλημένη.
Η τρίτη και πιο σημαντική πτυχή είναι η πτυχή της διαχείρισης των αιτητών Ασύλου μετά την έκδοση απόφασης για την αίτησή τους ∙ πτυχή η οποία χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: η πρώτη κατηγορία αφορά την ομαλή ένταξη στην κυπριακή κοινωνία όσων αιτητών Ασύλου αποκτούν, τελικά, Άσυλο (κάτω από το 10% των αιτητών), μέσω εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, μέσω ένταξης των ίδιων στη νόμιμη εργασία και των παιδιών τους στα σχολεία, ακριβώς για να επιτευχθεί, γρήγορα και παραγωγικά, η συμπερίληψή τους στο κοινωνικό σύνολο. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την επιστροφή στις χώρες προέλευσής τους όσων αιτητών Ασύλου έχουν απορριφθεί (πάνω από το 90% των αιτητών), μέσω του εντοπισμού αυτών που παραμένουν στην Κύπρο και εργοδοτούνται παράνομα παρά την απόρριψη των αιτήσεών τους και μέσω ταχύρρυθμών και μαζικών διαδικασιών επαναπατρισμού τους στις χώρες προέλευσής τους.
Δύσκολο και σύνθετο πρόβλημα μεν, εφικτή η αντιμετώπισή του δε, αρκεί να υπάρξει η απαραίτητη πολιτική βούληση όλων των πολιτικών θεσμών, κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και όλων των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και του ιδιωτικού τομέα.
*Βουλευτής Λευκωσίας του Δημοκρατικού Κόμματος.