Ανηφορίζαμε μετά την Ελεούσα με προορισμό το σπίτι της Εμινές, στο Ριζοκάρπασο. Μας περίμενε για μεσημεριανό. Της είχα τηλεφωνήσει ότι θα ερχόμουν να τη δω. Εδώ και καιρό, τάμα μου το έχω να μαζεύω ρουχαλάκια για τα μωρά και να τα παίρνω στη φιλενάδα μου που έχει όχι μια, αλλά τέσσερις κόρες και μάλιστα η τελευταία γεννημένη πρόσφατα.

Στο αυτοκίνητο, μαζί μου, η αδελφή μου, που είχε έρθει για λίγες μέρες. Σταματήσαμε στην πλατεία για καφέ, μάθαμε τα νέα, ποιος πέθανε, ποιος έφυγε για τη ξενιτειά, πού ήταν η νέα ταβέρνα του Χασάν με το υπέροχο κλέφτικο, πού αγοράζουμε το καλύτερο γάλα όξινο! Μαζεύτηκαν γνωστοί, άγνωστοι και περίεργοι να μάθουν και τα δικά μας, λίγο εκλογές, λίγο κυπριακό…

Αφού τα είπαμε στην πλατεία πήραμε τη στράτα για το σπίτι της Εμινές. Μας περίμενε στο ξωπόρτι. Η Εμινέ και ο Ερόλ είναι παιδιά Κούρδων που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Καρπάσι μετά τον πόλεμο. Γεννήθηκαν εδώ, μιλούν ελληνικά και ζουν με τα παιδιά τους στην άκρη του χωριού. Ο Ερόλ είναι μανιώδης ψαράς, ξέρει τον κόλπο που συχνάζουν οι καλύτερες κουρκούνες και οι πιο εύγεστοι γαμιάδες και έχει ένα μαγαζί με ηλεκτρικά είδη, ενώ η Εμινέ φροντίζει τα παιδιά της και τις γειτόνισσες.  

Καφές και πάλι στον ηλιακό τους, βάζο με ματσικόριδα από τους αγρούς, μυρωδιές θεσπέσιες από την κουζίνα, ήρθε και η εγκλωβισμένη Ελληνοκύπρια γειτόνισσα να δει τους μουσαφιρέους της Εμινέ, πιάσαμε κουβέντα, το χωριό, οι συγγενείς, οι δυσκολίες… πόσα δικά μας παιδιά στο σχολείο και πόσα των Τούρκων… και, τέλος – τέλος, πόσοι έμειναν από τους δικούς μας… Η τελευταία κουβέντα την αναστάτωσε, φάνηκε στο βλέμμα της. Καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας, ένα αξεπέραστο ιμάμ, πατάτες τηγανητές με κόλιαντρο, λαψάνες με μπόλικη σκορδοτηάνιση, φρέσκο χαλούμι, σπιθκιάσιμο σιταρένιο ψωμι… Τι άλλο ήθελα;

Την παρέα μας διάκοψε ο Ερόλ, ο σύζυγος της Εμινέ, που είχε σχολάσει από τη δουλειά του. Όμορφος άντρας με κάτι γαλάζια μάτια σαν τη θάλασσα του Κρυού, λίγο αμήχανος στο έμπα του με τόσες γυναίκες στο σπιτικό του, μας χαιρέτησε και κάθισε στην παρέα μας σιωπηλός. Η Εμινέ σηκώθηκε να του κάμει καφέ, εμείς συνεχίσαμε την κουβέντα μας με την Ελληνοκύπρια εγκλωβισμένη. Ο Ερόλ δεν άκουγε, ήταν αφηρημένος, έβλεπε το παράθυρο, κατάλαβα ότι μας κοίταζε περίεργα, το βλέμμα του ταξίδευε μια στην αδελφή μου, μια σε μένα, κάποια στιγμή σηκώθηκε, άναψε ένα τσιγάρο, ένιωθα ότι κάτι ήθελε να μου πει, μα δεν τολμούσε, οπότε είπα να σπάσω εγώ τον πάγο.

        -Πώς πάει το μαγαζί Ερόλ, τον ρώτησα. 

Δε μου απάντησε, κοίταζε επίμονα το παράθυρο, γύρω μας καμπόσα κοπελλούθκια, κάποια στιγμή μου ένεψε.

        -Έλα ποδά, αμμά μανισιή σου, μου είπε. 

Τα έχασα για λίγο, είδα το ανήσυχο βλέμμα της αδελφής μου και αυτό της Εμινέ, αγνόησα και τις δυο και πέρασα στο διπλανό δωμάτιο. Έκλεισε την πόρτα πίσω μου. Μου ζήτησε να του γράψω πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί το όνομά και το επίθετο του πατέρα μου. Ξαφνιάστηκα, το μυαλό μου πήγε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στο κακό. Μετά με ρώτησε πού ήταν το σπίτι μου στο Βαρώσι. Του απάντησα δείχνοντας μια φωτογραφία του σπιτιού που είχα στο κινητό μου. Την κοίταξε και κάτι είπε στα τούρκικα, σαν βρισιά μου φάνηκε από το ύφος του. Μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Πήγαμε σε μια αποθήκη που ήταν στην αυλή του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε πρώτος, ακολούθησα. Μια αποθήκη γεμάτη χάρτινα κασόνια. Ούτε ένα ούτε δυο. Τουλάχιστον καμιά 10ριά. 

            -Τούτα ούλα εν που έσσω σου, μου λέει.

            -Περιπαίζεις με; Πού τα ήβρες; τον ερώτησα συγχυσμένη και κατάπληκτη.

            -Εφέρε μου τα ο Τζεμάλης.

            -Τζαι ποιος εν ο Τζεμάλης, ρε Ερόλ, τζαι που ξέρεις ότι εν πόσσω μου τούτα τα βιβλία;

Καμία απάντηση. Έσκυψα, άνοιξα νευρικά ένα από τα κιβώτια. Τα βιβλία της νιότης μου, Ο Μάγκας, Ο Τρελλαντώνης, Παραμύθι χωρίς όνομα, Τα Μυστικά του Βάλτου, Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 μέρες, Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, Ο Κόμης Μοντεχρήστος, ο Γκιούλιβερ, Χωρίς οικογένεια, τα Λόγια της Πλώρης… Βιβλία που είχε κάθε σπίτι στο Βαρώσι.  

Ο Ερόλ με έβλεπε απορημένος, αλλά χαρούμενος.

            -Πού τα ήβρες ρε Ερόλ, τον ξαναρώτησα.

            -Μόνον εσού να φέρνεις κανίσια; 

Ανένδοτος ν’ απαντήσει. Άνοιξα άλλο κιβώτιο. Κλασσικά Εικονογραφημένα, άνοιξα ένα τρίτο κιβώτιο. Συνταγές της Έττας Κί… Ήταν σκισμένο, δεν κατάφερα να το διαβάσω. Εφημερίδες της εποχής, Times of Cyprus, η Ελευθερία, περιοδικά και κάτω– κάτω, στο βάθος, ένα κομμάτι ξύλο σκαλισμένο, ένας Άη Γιώργης. Της μάνας μου. Όταν την έπιανε απελπισία, ανέβαινε στη βεράντα της οροφής και κάτω από 40 βαθμούς, σκάλιζε ξύλα καρυδιάς. 

Mε βοήθησε να τα φορτώσω στο αυτοκίνητό μου, μπροστά στα έκπληκτα και απορημένα μάτια των γύρω μας. Στο δρόμο της επιστροφής μ’ έπιασε ένα κλάμα, ένα παράπονο, θόλωσαν τα γυαλιά μου… Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου και επανέλαβα αυτό που είπε ο Πρόεδρος στα Καρπασιτόπουλα που φιλοξένησε στο Προεδρικό Μέγαρο: χωρίς ελπίδα [και όνειρα λέω εγώ] δεν επιβιώνει κανείς! 

Καλά Χριστούγεννα συγχωριανοί και απανταχού Κυπραίοι.

Ελεύθερα, 25.12.2022.