Τον Μάιο, μια αποστολή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου αποτελούμενη από 21 νοματαίους θα βρεθεί για σχεδόν τρεις εβδομάδες στην Ωκεανία για να παρουσιάσει την παραγωγή της σκηνής Εκτός Έδρας «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες».
Στο διάστημα αυτό θα δώσει τρεις παραστάσεις, σε Μπρισμπέιν, Αδελαΐδα και Μελβούρνη. Ο ΘΟΚ επιθυμεί λέει, αφενός «να απευθυνθεί στους απανταχού απόδημους» και αφετέρου «να καταθέσει το καλλιτεχνικό στίγμα του σύγχρονου θεατρικού τοπίου της Κύπρου εκτός συνόρων». Νομίζω όμως ότι το πράγμα σηκώνει πολύ συζήτηση.
Καταρχάς, η Αυστραλία κείται μακράν. Πώς να το κάνουμε; Αν ήθελε να απευθυνθεί στους απανταχού απόδημους γιατί έπρεπε να ξεκινήσει από την άλλη άκρη της Γης κι όχι λ.χ. από τη Βρετανία που πέφτει κομματάκι πιο κοντά. «Γιατί όχι», θα ρωτήσετε. Μα, γιατί η δαπάνη για ένα τέτοιο ταξίδι εκτινάσσεται σε μεγέθη που θα αρκούσαν για τα έξοδα μιας ολόκληρης, πολυπρόσωπης παραγωγής της κεντρικής σκηνής. Του ΘΟΚ. Γιατί αν μιλάμε για παραγωγές στο ελεύθερο θέατρο, αφήστε καλύτερα.
Το κόστος αυτού του ταξιδιού καλύπτει άνετα την ετήσια επιχορήγηση ενός από τα παλαιότερα ιδιωτικά θέατρα της Κύπρου (για όλες του τις παραγωγές) και θα έμεναν και ρέστα. Κι είναι δύσκολο σε μια εποχή αγωνίας, οικονομικών τριγμών και σφοδρής ιδεοθύελλας για την πίτα του «Θυμέλη», να αποφύγει κανείς τον συγκεκριμένο παραλληλισμό. Όσο μίζερος κι αν φαντάζει. Ο ΘΟΚ δείχνει ότι βρίσκεται κυριολεκτικά και μεταφορικά σε άλλο ημισφαίριο.
Υπολογίστε τα έξοδα των αεροπορικών εισιτηρίων 21 ατόμων για το υπερπόντιο ταξίδι αλέ ρετούρ, τις πτήσεις εσωτερικού μεταξύ των τριών πόλεων σε μια χώρα στο μέγεθος της Ευρώπης, τα έξοδα διαμονής και διατροφής, τα εκτός έδρας, τη μεταφορά σκηνικών, κοστουμιών και εξοπλισμού, την αγορά ή ενοικίαση φροντιστηριακών αντικειμένων κ.ο.κ. Προσθέστε σ’ αυτά και το αναγνωριστικό ταξίδι που έκαναν τον χειμώνα η πρόεδρος και ο καλλιτεχνικός διευθυντής για να ολοκληρώσουν τις επαφές, να κλείσουν τους χώρους και να διευθετήσουν τις λεπτομέρειες των παραστάσεων.
Μια στιγμή, όμως. Γιατί η αποστολή αποτελείται από 21 άτομα; Οι ηθοποιοί της παράστασης είναι εννιά. Άντε κι ένας ο σκηνοθέτης δέκα. Να προσθέσουμε και τον φωτιστή, τον ηχολήπτη, τον υπεύθυνο σκηνής; Να τους προσθέσουμε. Σύνολο 13. Άντε κι ένας επικεφαλής αποστολής 14 κι επειδή είμαι large θα προσθέσω κι έναν εκπρόσωπο του ΔΣ για τις δημόσιες σχέσεις. Πάλι δεν βγαίνουν τα νούμερα. Ίσως κάπου κάνω λάθος…
Πάμε τώρα στο άλλο κεφάλαιο, το καλλιτεχνικό στίγμα που θέλει ο ΘΟΚ να καταθέσει εκτός συνόρων. Είναι αντιπροσωπευτική του ίδιου του οργανισμού και του καλλιτεχνικού στίγματος του σύγχρονου θεατρικού τοπίου της Κύπρου η δροσερή και μπριόζα, κατά τ’ άλλα, μεταφορά μιας λαϊκής κωμωδίας της δεκαετίας του ’50; Θα πάρει κανείς στο εξωτερικό μυρωδιά τι συμβαίνει σήμερα στο κυπριακό θέατρο παρακολουθώντας ένα έργο που έγινε γνωστό όταν μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη κατά τη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» του Ελληνικού Κινηματογράφου;
Δεν διατείνομαι ότι το κρατικό μας θέατρο δεν πρέπει να προσφέρει στο κοινό τέτοιου είδους επιλογές, ή ότι δεν υπάρχει τρόπος να υποστηρίξει με μια φρέσκια ματιά και να προσδώσει ένα σχετικό καλλιτεχνικό ενδιαφέρον σε μια κοινωνική σάτιρα εποχής. Είναι όμως δόκιμο μια πρόταση κατά βάση ψυχαγωγικού χαρακτήρα να τοποθετείται στη βιτρίνα της εγχώριας θεατρικής παραγωγής για μια τουρνέ επίδειξης σε προηγμένη θεατρικά χώρα;
Δεν δέχομαι ως επιχείρημα ότι στόχος είναι και η ανταπόκριση του κοινού στη μακρινή Αυστραλία, σε μια περιοδεία που απευθύνεται κατά βάση στην κυπριακή κοινότητα- άντε και στην ελληνική. Ή ότι αυτά έχουν ανάγκη να δουν οι απόδημοι μέσα στην αποθυμιά τους για την πατρίδα. Αν στόχος είναι να γελάσει νοσταλγικά η διασπορά μας, θα μπορούσε ξερωγώ να διοργανωθεί μια προβολή της εν λόγω ταινίας που γυρίστηκε το 1960.
Μπορώ να δεχτώ ότι η επιλογή έγινε για πρακτικούς λόγους, που έχουν να κάνουν με την περιοδεύουσα φύση της, με την ευελιξία της αναφορικά με την τοποθέτηση του σκηνικού, τις τεχνικές απαιτήσεις, τον αριθμό και τη διαθεσιμότητα των συντελεστών. Αυτό όμως δεν αναιρεί τον προβληματισμό σε σχέση με τον προσανατολισμό αλλά και το νόημα του όλου εγχειρήματος.
Ο ΘΟΚ, λοιπόν, θα δώσει τρεις παραστάσεις σε τρεις διαφορετικές πολιτείες της Αυστραλίας μέσα σε 12 μέρες (στις 10, 17 και 21 Μαΐου), σε χώρους που κάθε άλλο παρά θεατρικοί είναι. Η αρχή θα γίνει στο The Greek Club του Μπρισμπέιν, μια αίθουσα που χρησιμοποιείται κυρίως για γαμήλιες δεξιώσεις και παρεμφερείς εκδηλώσεις της ελληνικής κοινότητας. Ακολουθεί το Woodvile Town Hall Theatre της Αδελαΐδας που έχει μόνο εξώστη (!) και το κοινό συνήθως κάθεται στην πίστα σε καρέκλες και τραπέζια, ενώ κι εκεί διοργανώνονται συχνά δεξιώσεις και χοροεσπερίδες. Η περιοδεία ολοκληρώνεται στο ελληνορθόδοξο Κολέγιο του Αγίου Ιωάννου στο Πρέστον της Μελβούρνης, σε χώρο που χρησιμοποιείται επίσης κι ως κλειστό γυμναστήριο και γήπεδο. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σχέση να αναφέρουμε και ότι στις 29 Απριλίου, το ερχόμενο Σάββατο δηλαδή, το St. John’s φιλοξενεί φιλανθρωπικού χαρακτήρα συναυλία του Έλληνα τραγουδιστή Στάθη Αγγελόπουλου.
Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει αντίλογος και ότι κάποιος μπορεί να εστιάσει στη συμβολική και ιστορική για την ενίσχυση των εθνικών δεσμών σημασία αυτής της φιλόδοξης περιοδείας στα πέρατα του κόσμου, όπου χτυπά δυνατά η καρδιά της Κύπρου. Όμως, προσωπικά έχω αποκρυσταλλώσει διαφορετικά στο μυαλό μου τις έννοιες της πολιτιστικής διπλωματίας, εκπροσώπησης και εξωστρέφειας. Κατά τη δική μου αντίληψη, αν η δαπανηρότατη αυτή περιοδεία έγινε για να γίνει, τότε δεν έπρεπε να γίνει καθόλου.
Ελεύθερα, 23.4.2023