Από τις ανακοινώσεις των συντεχνιών και τις δηλώσεις στελεχών τους στέλνεται το μήνυμα ότι η πρόταση του υπουργού Εργασίας για την αύξηση του ποσοστού παραχώρησης της ΑΤΑ δεν ικανοποιεί πλήρως και θα πρέπει να διαφοροποιηθεί μέχρι την Παρασκευή, ώστε το συνδικαλιστικό κίνημα να συναινέσει σε υπογραφή νέας συμφωνίας. Έστω μεταβατικής, πάλι.

Σε χαμηλότερους τόνους εκφράζεται δυσαρέσκεια και από πλευράς των εργοδοτικών συνδέσμων. Παρ’ ότι γνωρίζουν πως ο θεωρούμενος από τους ίδιους βραχνάς της ΑΤΑ αφορά όλο και λιγότερα μέλη τους. Τα οποία θυμούνται τη λεγόμενη κοινωνική συνοχή και τη συστράτευση των εργοδοτουμένων τους μόνο όταν δουν «τα δυο στενά».

Δεν έχει ξεκαθαρίσει ο υπουργός, μέχρι στιγμής, σε ποιο βαθμό και προς ποια κατεύθυνση η μεσολαβητική του πρόταση επιδέχεται αλλαγών. Μπορεί να αλλάξει το ποσοστό απόδοσης από το 66,7% που το έθεσε ο κ. Παναγιώτου; Και είναι δυνατό άραγε να αλλάξει αυτό το ποσοστό, όταν οι συντεχνίες ζητούν να μεγαλώσει και οι εργοδότες να μειωθεί;

Υπό τις σημερινές συνθήκες, το 66,7% που πρότεινε ο υπουργός είναι ικανοποιητικό. Για την ώρα ικανοποιητικό.

Αυτό που λείπει από την πρόταση και δυσαρεστεί τις συντεχνίες είναι μια ξεκάθαρη αναγνώριση από μέρους της Κυβέρνησης και των εργοδοτικών οργανώσεων ότι η ΑΤΑ πρέπει σε κάποια στιγμή να επανέλθει στο 100% της αύξησης του τιμαρίθμου, νοουμένου ότι η οικονομία θα προέρχεται από φάση ανάπτυξης. Ο κ. Παναγιώτου απέφυγε να «χωρέσει» στην πρότασή του αυτό που θεωρούσαν αναγκαίο οι συνδικαλιστές, το οποίο όμως την ίδια ώρα θεωρούσαν απαράδεκτο οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι: Μια σαφή δέσμευση όλων ότι η ΑΤΑ, σε 2, σε 3 ή σε περισσότερα χρόνια, θα αποδίδεται στο 100%. Για να αναπληρώνεται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η απώλεια αγοραστικής δύναμης από τον πληθωρισμό. Αυτή είναι η ΑΤΑ άλλωστε, την οποία όλοι οι προηγούμενοι Πρόεδροι την είχαν χαρακτηρίσει ευλογία. Ακόμα και ο προηγούμενος Πρόεδρος, που ηγήθηκε για δέκα χρόνια μιας Κυβέρνησης που συναίνεσε και βοήθησε στην αποψίλωση βασικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, μάς είχε πει μερικές φορές, όταν φωνάζαμε για την ακρίβεια, πως «ναι, αλλά στην Κύπρο, σε αντίθεση με άλλες χώρες, παραχωρείται ΑΤΑ»…

Πρέπει όμως να επισημάνουμε πως όποιο περιεχόμενο κι αν έχει η τελική συμφωνία, αν υπάρξει τελική συμφωνία, η βέβαιη συνέχιση -ή διαιώνιση- της παραχώρησης της ΑΤΑ μόνο σε ένα μικρό ποσοστό εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα αποτελεί ήττα για όλους τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους. Στην πραγματικότητα, είναι ήττα για όλη την κοινωνία. Και την οικονομία.

Παντού στον κόσμο αναγνωρίζεται ότι από τον πληθωρισμό πλήττονται περισσότερο απ’ όλους οι εργαζόμενοι με χαμηλούς ή μεσαίους μισθούς και όσοι εργοδοτούνται σε αρρύθμιστους τομείς εργασίας, που αποκαλούνται και «ευέλικτοι», κατ’ ευφημισμόν συνήθως. Και στην Κύπρο, αυτή η μεγάλη ομάδα εργαζομένων, που δυστυχώς μεγαλώνει σε ποσοστό, δεν έχει πρόσβαση στην ΑΤΑ.

Από την άλλη, είναι μια θετική εξέλιξη -έστω κι αν δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο ακόμα- το μήνυμα που έστειλε παραμονές Πρωτομαγιάς ο υπουργός Εργασίας. Ο κ. Παναγιώτου, στην ομιλία του σε πρωτομαγιάτικη εκδήλωση της ΔΕΟΚ, είπε ότι δυστυχώς κατά τα προηγούμενα χρόνια στοχοποιήθηκαν τα εργασιακά δικαιώματα με έναν άδικο τρόπο, όπου επικράτησε μια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία το περιβάλλον της εργασίας είναι προτιμότερο να είναι απορρυθμισμένο, επειδή δήθεν αυτό θα ήταν καλύτερο για την οικονομία και με αυτόν τον τρόπο θα είχαμε καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα. Η ζωή αυτό το έχει ήδη διαψεύσει, ανέφερε ο υπουργός και πρόσθεσε ότι η τάση που επικρατεί στην Ευρώπη είναι η ανάγκη για καλύτερη ρύθμιση, για καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Προς τη σωστή κατεύθυνση είναι και οι δηλώσεις του υπουργού υπέρ της διεύρυνσης του ποσοστού των εργαζομένων που θα εργοδοτούνται στη βάση συλλογικών συμβάσεων και θα λαμβάνουν και ΑΤΑ. Και όπως έγραψε ο «Φ» την Κυριακή, η Κυβέρνηση θα εξετάσει την παραχώρηση κινήτρων (!) προς τους εργοδότες, για να σταματήσουν πολλοί από αυτούς να θεωρούν την απορρύθμιση της εργασίας και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων τους σαν πανάκεια για την ευημερία των επιχειρήσεων τους.

Και προς επίρρωση των λόγων του υπουργού, ο πρόεδρος της ΔΕΟΚ, Ιωσήφ Αναστασίου, επανέλαβε πως «οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές ότι καμία έρευνα, καμία μελέτη δεν αποδεικνύουν ότι η ΑΤΑ πλήττει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αντίθετα, τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας αποδεικνύουν ότι το μερίδιο της εργασίας στο εθνικό εισόδημα έχει μειωθεί το 2022 κατά 4% επί του ΑΕΠ ενώ το μερίδιο των κερδών παρουσιάζεται αυξημένο κατά 7,5%, συγκρινόμενο με τα επίπεδα του 2011».

Αναμένουμε από τον υπουργό Εργασίας, την Κυβέρνηση ευρύτερα αλλά και από τη Βουλή -και βεβαίως τους κοινωνικούς εταίρους- ουσιαστικές διεκδικήσεις και -επιτέλους- αποφάσεις και όχι μόνο καλοδεχούμενες δηλώσεις, ώστε δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι να μην καταδικάζονται, ανοργάνωτοι και ανίσχυροι, σε συνθήκες φτώχειας ή στις παρυφές της.