Σιγά σιγά μάς βρήκε η τελευταία στροφή του πρωταθλήματος και «η αγωνία ανεβαίνει στα ύψη», όπως γράφουν τα γλαφυρά ρεπορτάζ των συναδέλφων αθλητικογράφων, οι οποίοι άρχισαν ήδη τον απολογισμό για τους κερδισμένους και τους χαμένους της σεζόν. Χωρίς ίχνος κακίας μοιάζει πολύ με τον απολογισμό που κάνουν οι πολιτικοί μετά τις εκλογές, αλλά ας μην περιπλέκουμε τα πράγματα, είναι ήδη αρκετά μπερδεμένα.
Οσο πλησιάζουμε προς το τέλος του πρωταθλήματος και η κατάταξη θα κρίνει τα εισιτήρια για τους ευρωπαϊκούς ομίλους, που έχουν χρήμα και δόξα, οι οργανωμένοι θα ανεβάζουν τους τόνους και τα λάβαρα, παριστάνοντας τους θεματοφύλακες της σωματειακής (και ενίοτε της ιδεολογικής) καθαρότητας, οι ανώνυμοι φίλαθλοι θα γευτούν σιωπηρώς το γλυκό νέκταρ ή το πικρό φαρμάκι, και βεβαίως, οι επενδυτές θα βάλουν στη ζυγαριά τα κέρδη και τις ζημιές, αναλόγως των χρημάτων που δαπανήθηκαν, των προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν, των στόχων που τέθηκαν και της βαρύτητας του ονόματος που συνοδεύει την κάθε ομάδα.
Εκείνοι που έχουν επαφή με την πραγματικότητα αντιλαμβάνονται ότι η αποτίμηση δεν θα γίνει με αμιγώς αθλητικούς όρους αλλά με οικονομικούς, γιατί είναι γνωστό ότι όπου υπάρχει χρήμα είναι αδύνατον να πρυτανεύει το όποιο ιδεώδες, στην προκειμένη περίπτωση το «ευ αγωνίζεσθαι».
Το ερέθισμα για τις σκέψεις που ακολουθούν έδωσε η φωτογραφία που βλέπετε δίπλα. Εικονίζει πάλαι ποτέ μεγάλα ονόματα του κυπριακού ποδοσφαίρου, αναγνωρίσιμα για τους παλαιότερους, ενδεχομένως ακουστά ή και παντελώς αδιάφορα για τους νεότερους. Οι ποδοσφαιριστές της φωτογραφίας μαζεύτηκαν με αφορμή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση «Η μπάλα στο κέντρο», η οποία παρουσιάστηκε στο Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας. Κάλυψε την περίοδο από τις αρχές της αποικιοκρατίας, όταν το ποδόσφαιρο εισήχθη στην Κύπρο, διαδόθηκε και εξελίχθηκε ραγδαία. Η έρευνα της έκθεσης φθάνει χρονικά μέχρι και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, δηλαδή καλύπτει μια περίοδο πολιτικού αναβρασμού και έντονης αντιπαλότητας, η οποία όχι μόνο αναστάτωσε τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων, αλλά είχε προκαλέσει τη διάσπαση του πρωταθλήματος. Ηταν η εποχή κατά την οποία το ποδόσφαιρο δεν είχε καθόλο χρήμα, όχι μόνο για μισθό αλλά ούτε καν για στοιχειώδη, ας πούμε για παπούτσια της προκοπής. Μνημονεύω τους άσους των κυπριακών γηπέδων που έπαιζαν για τη φανέλα, για ένα πιάτο φαΐ (κυριολεκτικά), για ένα «μπράβο» και για το παρατεταμένο χειροκρότημα της κερκίδας. Ηταν τότε που οι ποδοσφαιριστές το πρωί πήγαιναν να βιοποριστούν και το απόγευμα έπρεπε να προπονηθούν, ώστε να είναι έτοιμοι για τον αγώνα του σαββατοκύριακου. Ηταν, επίσης, τότε, που οι ποδοσφαιριστές όταν αποφάσιζαν να κρεμάσουν τα παπούτσια έδιναν ένα τελευταίο ποδοσφαιρικό αγώνα (την «τιμητική» τους όπως την έλεγαν), για να δεχθούν το στερνό χειροκρότημα φίλων και αντιπάλων αλλά παράλληλα για να οικονομήσουν κάτι για την οικογένειά τους. Εβγαζαν και ένα βιβλίο με φωτογραφίες και ιστορίες, για να εξασφαλίσουν ένα κομπόδεμα. Τότε δεν υπήρχαν χορηγοί, ούτε έσοδα από διαφημίσεις, μπόνους και τέτοια πράγματα. Πολύ λίγοι από τους σκαπανείς του κυπριακού ποδοσφαίρου ευεργετήθηκαν από τα ζηλευτά προνόμια των σημερινών αστέρων των γηπέδων. Εζησαν όμως κάτι το οποίο σήμερα σπανίζει: Είχαν την καθολική εκτίμηση του κόσμου και το όνομά τους είναι ταυτισμένο με τα πιο άδολα αισθήματα που μπορεί να έχει ένας φίλαθλος έναντι του συλλόγου που ακολουθεί και της ομάδας που υποστηρίζει. Ηταν τότε που τα σωματεία δεν εκχωρούσαν το όνομά τους σε επενδυτές, πλείστοι εκ των οποίων δεν είναι παρά διαχειριστές ενός brand. Μπορεί σήμερα όλα αυτά να ακούγονται πολύ μακρινά και ξένα. Για τους περισσότερους ίσως να είναι είναι και αδιάφορα. Ας αναλογιστούμε όμως πόσο διαφορετικά ήταν τα δεδομένα για τους παπούδες μας, ακόμη και για τους πατεράδες μας, που δεν ευτύχησαν να δουν ούτε καν στα όνειρά τους τους ποδοσφαιριστές που εμείς έχουμε τη δυνατότητα να θαυμάσουμε μέσα σε ένα σαββατοκυρίακο, από την τηλεόραση έστω.
Ηταν τότε που οι άνθρωποι έβλεπαν το ποδόσφαιρο όπως ακριβώς είναι, ή πρέπει να είναι: Σαν ένα παιχνίδι, με νικητή και με ηττημένο. Το είπε πολύ σωστά ο Γιάννης Αντετοκούνμπο όταν πιέστηκε πρόσφατα από αθλητικογράφο να σχολιάσει εάν η σεζόν ήταν αποτυχημένη. «Πάντα υπάρχουν βήματα για την επιτυχία. Ο Τζόρνταν έπαιξε 15 χρόνια και πήρε έξι πρωταθλήματα. Τα άλλα εννέα ήταν αποτυχία; Αυτό μου λέτε. Είναι λάθος η ερώτηση. Δεν υπάρχει αποτυχία στον αθλητισμό! Υπάρχουν καλές και κακές μέρες, κάποιες μέρες είναι η σειρά σου, κάποιες όχι. Κάποιες φορές θα κερδίσει κάποιος άλλος». Ένα παιχνίδι είναι, τόσο απλό.