Η πρόταση του άλλου υποψήφιο, του Ανδρέα Μαυρογιάννη, που στήριζε το ΑΚΕΛ (την πρόταση Αβέρωφ την είπαμε χτες, διότι αυτό το κείμενο είναι συνέχεια του χτεσινού), φαινόταν ταχύτερη αλλά δοκιμασμένα αδιέξοδη. Από την πρώτη ημέρα, έλεγε, θα επικοινωνήσει με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών «και θα ζητήσω την ανάληψη πρωτοβουλίας» ενώ παράλληλα «θα γίνουν όλες εκείνες οι ενέργειες που χρειάζονται για να ενισχυθεί ο Γενικός Γραμματέας στην προσπάθειά και να νιώσει ότι μπορεί να την αναλάβει».
Παράλληλα, έλεγε ότι θα στείλει επιστολές προς τον πρόεδρο και τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, «με την οποία να τους καλώ να στηρίξουν την προσπάθεια επανέναρξης των διαπραγματεύσεων. Έπειτα θα ζητήσω συνάντηση με την τουρκοκυπριακή πλευρά και θα έρθω σε επαφή με τις εγγυήτριες δυνάμεις, ζητώντας τους να συνεχίσουμε τις συνομιλίες από το σημείο όπου διακόπηκαν πριν από έξι χρόνια».
Όλα αυτά, όμως, έγιναν ήδη τόσο από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, όσο και από τον Νίκο Χριστοδουλίδη μετά που ανέλαβε. Μπορεί να μην τηλεφώνησαν στον Γενικό Γραμματέα, όπως θα τηλεφωνούσε ο κ. Μαυρογιάννης, αλλά τα είπαν στους απεσταλμένους του ακριβώς έτσι όπως τα έλεγε κι ο ίδιος. Φυσικά το ότι θα ζητούσε και συνάντηση με την τουρκοκυπριακή πλευρά, δεν νομίζω να πρόκειται για καμιά ευφάνταστη ιδέα, που θα ανέτρεπε το σκηνικό. Είχε και ο Χριστοδουλίδης συνάντηση από τις πρώτες μέρες, αλλά ο Τατάρ δεν άλλαξε ούτε λέξη από τους όρους του.
Ο κ. Μαυρογιάννης έλεγε, επίσης, ότι θα ζητήσει να επεκταθεί η νεκρή ζώνη ώστε να περιλαμβάνει και την περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου για να είναι υπό τον έλεγχο της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Αλλά, αυτό προνοείται από το Ψήφισμα 789, του Συμβουλίου Ασφαλείας, από το 1992 δηλαδή. Καλό είναι να απαιτούμε την εφαρμογή του, αλλά αν επί 31 χρόνια παραμένει ανεφάρμοστο (κι εμείς οι ίδιοι πάψαμε να το θέτουμε για να μην χαλάμε το κλίμα), θα εφαρμοζόταν τώρα που οι κατοχικές δυνάμεις προχωρούν στον εποικισμό; Και πόσο γρήγορα θα εφαρμοστεί; Γρηγορότερα από την εμπλοκή της ΕΕ;
Υπενθυμίζω τις προτάσεις από τους υποψήφιους των δυο μεγάλων κομμάτων, τα οποία κορυφώνουν την προσπάθεια απαξίωσης της προσπάθειας Χριστοδουλίδη, για να έχουμε και μια συγκριτική εκτίμηση των πραγμάτων. Και για να το εκτιμήσουμε αυτό καλύτερα, ας απαντηθεί ένα απλοϊκό ερώτημα: Αν αντί να τρέχει να πείσει την ΕΕ να ανακατευτεί, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης υπέβαλλε αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ ή έστελνε επιστολές στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και τους καλούσε να στηρίξουν την προσπάθεια επανέναρξης των διαπραγματεύσεων, ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ θα θεωρούσαν ότι έκανε το καθήκον του; Ούτε κατά διάνοια.
Ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας. Τα πάντα έχουν δοκιμαστεί σχεδόν μισό αιώνα. Και οι πολιτικές κατευνασμού του θηρίου και οι πολιτικές της πρόταξης. Και με ταξίδια στην Τουρκία για να διαπιστώνουν οι αρχηγοί μας τις τουρκικές προθέσεις και με ιδέες «οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Και με κόκκινες γραμμές και με άστρα ευθυγραμμισμένα. Δεν ήταν τυχαία που ο Νίκος Αναστασιάδης, μετά από χρόνια στο τραπέζι των συνομιλιών, δήλωνε: «Παρά τις προσπάθειες η Τουρκία για άλλη μια φορά τήρησε τη στάση που για 43 χρόνια τηρεί. Όποιος και να ήταν ο Πρόεδρος όποια και αν ήταν η πολιτική που ακολουθούσαμε» (15/10/2017).
Συνεχίζει να τηρεί την ίδια στάση και μετά από 49 χρόνια, όποιος κι αν είναι ο Πρόεδρος, όποια κι αν είναι η πολιτική μας. Και θα συνεχίσει εκτός κι αν γίνει κάτι τόσο δραστικό που θα την κάνει να σκεφτεί ότι έχει περισσότερα να κερδίσει από τη λύση του Κυπριακού παρά το αντίθετο. Να μην έχουμε αυταπάτες, δεν είναι εύκολο να αλλάξουν λογική και νοοτροπίες οι ισλαμοφασίστες. Αλλά, αν σταματήσουμε να προσπαθούμε, τι μας απομένει; Να περιμένουμε το θαύμα; Ή, να συμφωνήσουμε ότι η επιλογή είναι αυτή που μας προσφέρει η Άγκυρα και ο Τατάρ;
Αν υπάρχει μια πιθανότητα, όσο μικρή κι αν είναι, να αλλάξει κάτι θα είναι μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για πολλούς λόγους. Οι πηγές της ενέργειας, η ρωσική εισβολή και ο ρόλος της ΕΕ, η αναξιόπιστη τουρκική ηγεσία, το καζάνι που βράζει στην περιοχή μας και οι σχέσεις της Κύπρου με τους μεγάλους πρωταγωνιστές Ισραήλ και Αίγυπτο, τα συμφέροντα της Ελλάδας, η επιθυμία της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ, ο στόχος της ΕΕ για κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια κ.α., δημιουργούν νέες γεωπολιτικές συνθήκες.
Είναι πολύ ρεαλιστικό (αν είμαστε όλοι ρεαλιστές, φυσικά) για την Κυπριακή Δημοκρατία, παράλληλα με όλες τις άλλες προσπάθειες (μέσω του ΟΗΕ, για παράδειγμα) να επιδιώξει έναν πιο πρωταγωνιστικό ρόλο της ΕΕ στο Κυπριακό. Με τη λογική ότι η Τουρκία έχει να κερδίσει και από την ΕΕ, όπως θα κερδίσει και η Κύπρος αν το όφελος της Τουρκίας περνά μέσα από την επίλυση του Κυπριακού. Θα το πετύχουμε; Αμφίβολο. Αλλά, ποιους από εμάς ενοχλεί αν το προσπαθήσουμε; Ποιους, εκτός από όσους αποφάσισαν ότι το μόνο που μας απομένει είναι να δεχθούμε πάραυτα τους τουρκικούς όρους της παράδοσής μας;