Η σημερινή συνεστίαση των προσφύγων Κάτω Δερύνειας (Κυριακή 7 Μαϊου 2023) σε αίθουσα δεξιώσεων στη Δερύνεια, με παίρνει πίσω δέκα χρόνια ακριβώς, σε μια Κυριακή του Μαϊου 2013 και στο ταξίδι μου με μια μυθική μορφή της παιδικής μου ηλικίας. Τον διευθυντή μας στο δημοτικό σχολείο Κάτω Δερύνειας πριν την εισβολή και την προσφυγιά, Ανδρέα Κακουρή που πέθανε τον Μάρτη 2021 στα 91 του. Εκείνη την Κυριακή τον πήρα από το σπίτι του στο Πλατύ Αγλαντζιάς και πήγαμε μαζί στη συνεστίαση των Κατωδερυνειωτών, στην ίδια αίθουσα στη Δερύνεια όπου τον τίμησαν για τα έξι όμορφα χρόνια που υπηρέτησε στο σχολείο μας. Παρά το ότι κατοικούσαμε στην ίδια πόλη, στη Λευκωσία, για τόσο πολύ καιρό, τον είχα δει για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, μετά την προσφυγιά. Όταν πρωτοδιορίστηκε στην Κάτω Δερύνεια ήταν 33 χρόνων – και η εικόνα που είχα γι’ αυτόν τότε, δεν τσαλακώθηκε ούτε στο ελάχιστο.
Ο 83χρονος συνταξιδιώτης μου, δεν είχε καμιά σχέση με εκείνο τον νεαρό άντρα, αλλά… ήταν ακριβώς ο ίδιος. Πώς και γιατί, μη με ρωτάτε, γιατί αυτά τα ζητήματα δεν εξηγούνται έτσι απλά. Έχουν να κάνουν με αυτό που είναι κάποιος – και αυτό που είναι κάποιος, δεν έχει να κάνει με την ηλικία του, ούτε με την εξασθένηση της μνήμης, με τη βραδύτητα των κινήσεων, με τη μειωμένη αντοχή, ή με το δύσκαμπτο σώμα. Η φυσική ευγένεια ήταν παρούσα, το ίδιο και η διακριτικότητα, η αγάπη και η εσωτερική δύναμη που του επέτρεψε να προσεγγίσει τις παιδικές ψυχές μας, να επικοινωνήσει μαζί τους χωρίς πολλά μεγάλα λόγια και να τις κερδίσει μια για πάντα. Εκείνη τη… μοιραία μέρα όταν ήμουν έκτη δημοτικού, με φώναξε στο γραφείο του και με ρώτησε αν με βοήθησε ο πατέρας μου ή κάποιος άλλος, να ετοιμάσω την αποχαιρετιστήρια ομιλία που εκφώνησα στην γιορτή αποφοίτησης. Του είπα «όχι, δεν με βοήθησε κανένας, μόνος μου την έγραψα, κύριε!». Και έτσι αυθόρμητα, χαλαρά, μου είπε «ρε Μάριε, κάμνεις για δημοσιογράφος!», καθώς μου έδινε χαμογελαστός, ένα ενθαρρυντικό κτυπηματάκι στην πλάτη, τη στιγμή που γυρνούσα για να φύγω. Από εκείνη τη στιγμή, ξεκίνησε… η δημοσιογραφική μου ζωή. Βγαίνοντας από το γραφείο του, πήρα μαζί μου την κουβέντα του και την πήρα πολύ μακριά… άρχισα να ρωτώ αριστερά και δεξιά τι είναι δημοσιογράφος, τι είναι η δημοσιογραφία… άρχισα να ρίχνω ματιές και ύστερα να διαβάζω εφημερίδες που μέχρι τότε, μου ήταν εντελώς αδιάφορες…άρχισα να ψαχουλεύω, να μετροφυλλώ…και ύστερα να ρουφώ βιβλία εξωσχολικά…
Για να μου πει ο κύριος Κακουρής ότι… κάμνω για δημοσιογράφος, κάτι ξέρει περισσότερο από μένα… Συνταξιδεύοντας με τον Ανδρέα Κακουρή από τη Λευκωσία στη Δερύνεια, του είπα για εκείνο το περιστατικό και για τη σημασία της παρατήρησής του, στην παιδική μου συνείδηση… Γύρισε και με κοίταξε με έκπληξη… δεν θυμόταν τίποτα, δεν είχε ιδέα… Γέλασα με μιαν απρόσμενη αίσθηση ανακούφισης – σκέφτηκα ότι ευτυχώς όλα αυτά τα χρόνια, ο δάσκαλος δεν ένιωσε ποτέ το βάρος της…παραγγελιάς του. Αυτό ήταν δικό μου βάρος και ακόμα το σηκώνω – με χαρά, θα πρέπει να πω. Και τον ευχαριστώ, γι’ αυτό!