Ήταν αρχές Φεβρουαρίου, δύο μέρες μετά την ήττα του πρώτου γύρου των Προεδρικών εκλογών, όταν ο Αβέρωφ Νεοφύτου, σε μια έντονα φορτισμένη ομιλία ενώπιον των μελών του Πολιτικού Γραφείου, μετά από μια θυελλώδη συνεδρία, γύρω από τη στάση που θα τηρούσε το κόμμα στον δεύτερο γύρο, υπέδειξε πως ο ίδιος δεν θα ψηφίσει λευκό, αφήνοντας να εννοηθεί πως θα υποστηρίξει τον υποψήφιο που υποστηριζόταν από το κόμμα της Αριστεράς.

Παρά την απόφαση για ψήφο κατά βούληση, τις επόμενες μέρες ανάλογες τοποθετήσεις υπήρξαν από υπουργούς του κόμματος, όπως ο Ιωάννης Κασουλίδης και ο Κωνσταντίνος Πετρίδης, ο οποίος, μάλιστα, έκανε λόγο για τη «μεγάλη υπέρβαση», παρά το γεγονός ότι λίγες μέρες προηγουμένως κατηγορούσε τον Ανδρέα Μαυρογιάννη ότι υιοθετεί καταστροφικές πολιτικές για την Οικονομία. Έτσι φθάσαμε στην πρωτοφανή εξέλιξη για τα δεδομένα της Κύπρου, όπου σχεδόν ο μισός Δημοκρατικός Συναγερμός ψήφισε τον ίδιο υποψήφιο με το ΑΚΕΛ στον δεύτερο γύρο των Προεδρικών εκλογών.

O λόγος, για τον οποίο αναφερόμαστε στα γεγονότα του δεύτερου γύρου των Προεδρικών εκλογών του 2023, είναι γιατί υπό άλλες συνθήκες θα τα χαρακτηρίζαμε ως μια ιστορική παραδοξότητα, δεδομένου των ιδεολογικών διαφορών, που διέκριναν διαχρονικά τα δύο κόμματα, επί σειρά ζητημάτων. Σε μια εποχή, ωστόσο, όπου οι πολιτικές θέσεις κι αρχές έχουν αρχίσει να «ξεφτίζουν», όπου δεν υπάρχει βαρύτητα και συνέπεια στον πολιτικό λόγο κι όπου η ουσία τείνει να υποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από την εικόνα και την επικοινωνιακή πολιτική, προκειμένου να καλυφθούν ουσιαστικές αδυναμίες, δεν μας φαίνεται τίποτα περίεργο.

Άλλωστε, πάνω στην αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής στήριξε την υποψηφιότητά του ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, ο οποίος σχεδόν σε κάθε δημόσια τοποθέτησή του προέτασσε ότι «τα προβλήματα δεν έχουν ιδεολογικό χαρακτήρα», προσβλέποντας στην ευρύτερη στήριξη της κοινωνίας, η οποία είχε αγανακτήσει από τη διαπλοκή των κομμάτων και αναζητούσε εναλλακτική επιλογή. 

Φθάνοντας στο σήμερα, η νίκη του απολιτίκ στοιχείου διαφάνηκε και στις εκλογές της περασμένης Κυριακής στον ΔΗΣΥ, όπου ο Μιχάλης Σοφοκλέους, με σαφείς θέσεις για τα μεγάλα ζητήματα ηττήθηκε, ενώ ο Ευθύμιος Δίπλαρος εκλέγηκε στη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου, κυρίως λόγω του ερείσματος που διατηρούσε στη βάση του κόμματος, όπως κι άλλοι νεοεκλεγέντες στην ηγεσία.

Και ενώ προεκλογικά ο ΔΗΣΥ ασκούσε κριτική στον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, για την «πολιτική του Ιnstagram» και των γενικόλογων τοποθετήσεων, φαίνεται πως μετεκλογικά τείνει να τα υιοθετεί σε κάποιο βαθμό. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ήττα που υπέστη το κόμμα θα πρέπει να το οδηγήσει στο να παρουσιάσει ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα, μέσω της παράθεσης συγκεκριμένων, στέρεων πολιτικών θέσεων, που σχετίζονται με την ταυτότητα του κόμματος και το όραμά του για την Κύπρο. Κι αυτό ασφαλώς δεν αφορά μόνο τον ΔΗΣΥ, αλλά όλα τα πολιτικά κόμματα, τα οποία χρειάζεται να προτάξουν ξεκάθαρες θέσεις και ουσιαστικό πολιτικό λόγο, γύρω από τα διάφορα ζητήματα, που απασχολούν σήμερα τον τόπο. 

Η πολιτική, άλλωστε, αφορά την παραγωγή ιδεών και προτάσεων, που αποσκοπούν στην επίλυση προβλημάτων που απασχολούν την κοινωνία κι ως εκ τούτου πρέπει να αντιληφθούμε ότι η επικράτηση της μόδας του απολιτίκ, θα είναι καταστροφική γενικότερα. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο φαινόμενο, το οποίο έχει ενδυναμωθεί κι από διάφορα άλλα φαινόμενα της εποχής, όπως η επικράτηση της εικόνας, μέσω της έντονης παρουσίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και η εδραίωση του ατομικισμού ως υπέρτατης αξίας, έναντι της συλλογικής ταυτότητας.

Εάν επικρατήσει δε αυτή η νόρμα, οι δημόσιες σχέσεις, οι δήθεν «φιλίες» και η εικόνα θα υπερνικούν των ιδεών, των προτάσεων και των προγραμματικών θέσεων. Και όταν, ως πολίτες, θα επιζητούμε λύσεις για τα μεγάλα προβλήματα, που απασχολούν την κοινωνία, οι πολιτικοί θα μας μοιράζουν… like και χαμόγελα.