Στα πολιτικά της Ελλάδας, κατ’ αρχάς. Σε μια συζήτηση που είχαμε χθες με τον Γιάννη Πανούση, καθηγητή Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργό, και πιάνοντας το νήμα από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο iEidiseis, ξεχωρίζουμε αυτήν την εκτίμησή του για την «Ελλάδα μεταξύ δύο κρίσιμων εκλογών».
Κατά τον κ. Πανούση το κρίσιμο πρόβλημα της χώρας δεν είναι η επίτευξη της όποιας αυτοδυναμίας, της όποιας συνεργασίας ή της όποιας δια-κυβερνησιμότητας. Ούτε καν της όποιας Αλλαγής.
Αυτό που έχει ανάγκη η πατρίδα, επισημαίνει, είναι «η αλλαγή παραδείγματος στη συνολική λειτουργία του πολιτικού συστήματος και κατ’ επέκταση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Τούτο, λέει, σημαίνει ότι πρέπει να κλείσει οριστικά κι αμετάκλητα ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, με τα κύρια χαρακτηριστικά της αυθαιρεσίας, της έλλειψης προσωπικής ευθύνης, της ατιμωρησίας, με άλλα λόγια η ακύρωση της πολιτικής ανομίας [‘όλα επιτρέπονται, όλα συμψηφίζονται, όλα συγχωρούνται και στο τέλος όλα λησμονούνται].
Ο κ. Πανούσης προτείνει ένα μίνιμουμ Πρόγραμμα Συναινετικών Μεταρρυθμίσεων, όπως το ονομάζει, «ώστε ν’ αποκτήσουμε σοβαρό κράτος με σταθερούς θεσμικούς/νομικούς και κοινωνικούς κανόνες.
«Όταν το πετύχουμε, τότε ας αποφασίσει ο λαός αν θέλει αριστερό ή δεξιό πρόσημο στη διακυβέρνηση. Χωρίς σοβαρό Κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί είτε αριστερή, είτε δεξιά πολιτική, αφού οι σφραγίδες των κομμάτων δεν θ’ αντιστοιχούν στα πεπραγμένα τους. Σοβαρό κράτος σημαίνει, ανάμεσα στα άλλα, μία συμφωνία κατά 80% ως προς τον τρόπο διαχείρισης των res publica κι ένα 20% που θα σχετίζεται με τις επιλογές της κάθε κυβέρνησης. Κράτος με 80% κινούμενη άμμο αρχών, μέσων και στόχων, ούτε καν «βαθύ» δεν μπορεί να είναι [λόγω θεσμικής ρηχότητας]. Απλώς θα μετεωρίζεται ανάμεσα στο φιλελεύθερο Μηδέν και το ριζοσπαστικό Τίποτα.»
Και καταλήγει: «Κανονική αντικανονικότητα και αντικανονική κανονικότητα δεν είναι παρά αμήχανα συνθήματα ενός πολιτικού προσωπικού που ξεπεράστηκε από την εποχή του και γι’ αυτό ένα κομμάτι του, ο ΣΥΡΙΖΑ, τιμωρήθηκε σκληρά (αλλά όχι άδικα) στις εκλογές της 21ης Μαΐου».
Ο Γενικός Χειρουργός των Ηνωμένων Πολιτειών, επικεφαλής θεμάτων δημόσιας υγείας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, Dr. Vivek H. Murthy (φωτό), εξέδωσε προχθές δημόσια συμβουλευτική έκθεση, προειδοποιώντας για τους κινδύνους που εγκυμονεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τους νέους.
Σε μια έκθεση 19 σελίδων, ο δρ Μούρθι, σημείωσε ότι, αν και οι επιπτώσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ψυχική υγεία των εφήβων δεν είναι πλήρως κατανοητές και ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να είναι ωφέλιμα για ορισμένους χρήστες, «υπάρχουν άφθονες ενδείξεις ότι τα social media μπορούν επίσης να έχουν βαθύ κίνδυνο βλάβης για την ψυχική υγεία και την ευημερία των παιδιών και των εφήβων».
Όπως διαβάζουμε στην New York Times, μία από τις πιο ανησυχητικές ενδείξεις που εντοπίζονται στην συμπεριφορά ή και στην υγεία των παιδιών, είναι αυτό του άγχους που προκαλούνται σε αυτά από την ζωή τους στα σόσιαλ μίντια. Μερικά ενδεικτικά συμπτώματα είναι το αίσθημα της απόρριψης, και από την άλλη μεριά το γνωστό φαινόμενο του bullying.
Στην έκθεσή του ο δρ. Μούρθι, 45 ετών, γεννημένος στο Γιόρκσιρ της Αγγλίας από Ινδούς γονείς, συμπεριλαμβάνει μερικές πολύ χρήσιμες προτάσεις και συμβουλές για να βοηθήσει γονείς και μεγαλύτερα παιδιά να προστατέψουν τα μικρότερα από τους κινδύνους που έχει επισημάνει.
Πρώτη συμβουλή προς οικογένειες είναι να τηρούν απαρέγκλιτα τα οικογενειακά γεύματα, και άλλες πρόσωπο-με-πρόσωπο συνευρέσεις, χωρίς κανένα κινητό στο δωμάτιο, ώστε να μπορούν όλοι να συζητούν, να κουβεντιάζουν μεταξύ τους.
Προτείνεται επίσης η δημιουργία ενός «οικογενειακού μίντια οδηγού», που στην ουσία θα βάζει μερικούς κοινά αποδεκτούς κανόνες ως προς το πώς πρέπει να χρησιμοποιούμε τα σόσιαλ μίντια, ποιες περιοχές τους να αποφεύγουμε (χωρίς απαγορεύσεις, αλλά κατόπιν γόνιμης κριτικής και συζήτησης), και πάνω απ’ όλα πώς να κρατάμε, όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά, τα προσωπικά δεδομένα μας».
Επίσης, ο δρ. Μούρθι καλεί τις τεχνολογικές εταιρείες να επιβάλουν ελάχιστο όριο ηλικίας για τη χρήση των σόσιαλ μίντια, και να δημιουργήσουν ad-hoc συστήματα υψηλής ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικότητας.
Εννοείται ότι το τεράστιο το θέμα (όπως και την συγκεκριμένη επιστημονική έκθεση) πρέπει να υιοθετηθεί και να αξιοποιηθεί και από τις δικές μας εκπαιδευτικές και κοινωνικές Αρχές. Όχι μόνο δεν είναι κακό να υιοθετηθούν οι συμβουλές του Αμερικανού επιστήμονα, αλλά θα πρέπει ίσως να τις ενσωματώσουμε και σε ένα δικό μας «σχέδιο προστασίας» των παιδιών μας.