Συνήθως όταν μιλάμε για τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Κύπρο φροντίζουμε, για διάφορους λόγους, να εξωραΐζουμε την εικόνα, εμμένοντας σε λογιστικού τύπου αφηγήματα (αριθμοί, ποσοστά κ.λπ.) χωρίς ν` αναφερόμαστε σε εγγενείς αδυναμίες και διαχρονικά προβλήματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως την τελευταία 25ετία η παρουσία δημοσίων και ιδιωτικών πανεπιστημίων δημιούργησε προστιθέμενη αξία για την Κύπρο, τόσο σε επιστημονικό όσο και σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Και ακόμα, ουδόλως υποτιμάμε την υφιστάμενη αναπτυξιακή δραστηριότητα και τα επιτεύγματα των δημοσίων και ιδιωτικών ΑΕΙ με την αρωγή των συναρμόδιων Υπουργείων στην προώθηση της γνώσης, της καινοτομίας και της καλλιέργειας αριστείας. Μολοταύτα, ο από 20ετίας διαρκώς επαναλαμβανόμενος στρατηγικός στόχος όλων των κυβερνήσεων «να καταστεί η Κύπρος περιφερειακό κέντρο ανώτερης εκπαίδευσης και έρευνας», δεν συνοδεύεται επι της ουσίας από σχετικές πολιτικές θεσμικού χαρακτήρα έτσι ώστε να διευρυνθεί και ενισχυθεί ο εν λόγω στρατηγικός στόχος. Γνωρίζοντας το συγκεκριμένο έλλειμμα, η Σύνοδος των Πρυτάνεων των κυπριακών Πανεπιστημίων είχε πλειστάκις συζητήσει το θέμα κατά την τελευταία πενταετία. Τον δε Ιούλιο του 2020 είχε υποβάλει σχετικές προτάσεις στην Βουλή -παρουσία των υπουργείων Παιδείας και Εξωτερικών- λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το διεθνή ανταγωνισμό και, κυρίως, τις «βέλτιστες θεσμικές πρακτικές» χωρών της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης. Αναφέρομαι ειδικά στη συζήτηση και τις προτάσεις που κατατέθηκαν για τη σύσταση ενός Φορέα προώθησης, που θα χτίζει το γόητρο/επωνυμία (brand) της Κύπρου στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Είναι άλλωστε γνωστό από διεθνείς έρευνες πως οι φοιτητές θέτουν ως πρώτο κριτήριο επιλογής πανεπιστημίου το γόητρο/επωνυμία (brand) της χώρας. Για το λόγο τούτο και πλείστες χώρες τις τελευταίες δεκαετίες έχουν προχωρήσει μεθοδικά στη δημιουργία κατάλληλων θεσμικών δομών, υποδομών και θεσμικών οργανισμών ώστε να εκκολάψουν κι εμπεδώσουν ισχυρή εικόνα ως εθνικών κέντρων ανώτατης/ανώτερης εκπαίδευσης κι έρευνας. Αντίθετα, στην Κύπρο –εγκλωβισμένοι στη μέγγενη μιας δυσκίνητης γραφειοκρατίας κι ενός μικροκομματικού συμπλέγματος πελατειακής κουλτούρας– εμμένουμε σε πρακτικές αποσπασματικού ή αρχαϊκού χαρακτήρα που, ως τέτοιες, πόρρω απέχουν από τις σημερινές ανάγκες και τις απαιτήσεις της διεθνούς συγκυρίας. Στην Κύπρο δυσκολευόμαστε –για κάποιους προφανείς όσο κι ευεξήγητους λόγους- να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα διεθνώς. Ειδικά εκείνες τις εξελίξεις για το «Πανεπιστήμιο του 2030» που, σύμφωνα με τις οδηγίες της Ε.Ε, αφορούν στη δυναμική μετεξέλιξη των πανεπιστημιακών οργανισμών, από τη διεπιστημονικότητα, φερ` ειπείν, μέχρι και την κυβερνησιμότητα των ΑΕΙ.
Σε γενικές γραμμές αγνοούμε όσα τεκταίνονται εν Ευρώπη και αλλαχού. Συν τοις άλλοις, δεν έχουμε ακόμα αντιληφθεί πως η υπερτροφία πανεπιστημίων και κολλεγίων (ξεπερνάμε τον αριθμό 40) είναι όχι μόνο δυσανάλογη για μια χώρα των 888.000 κατοίκων αλλά -μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα- θα καταστεί προβληματική χωρίς ουσιαστική θεσμική θωράκιση και ολιστική στρατηγική με επίκεντρο πάντοτε την υψηλή ποιότητα και την προσαρμογή σε διεθνείς κανόνες. Καθώς ως Πολιτεία ενεργούμε ανάλογα με τις περιστάσεις, καλλιεργώντας συνειδητά σε πολλά πεδία και επίπεδα το συγκυριακό σύνδρομο της ζώνης άνεσης (comfort zone) αλλά και την κομματοπελατειακή λογική, δεν αντιλαμβανόμαστε πως ο 21ος αιώνας προϋποθέτει εντελώς καινούριες συνθήκες πανεπιστημιακής λειτουργίας ώστε να γίνει εν τοις πράγμασι εφικτή η «κοινωνία της γνώσης».
Ας πάρουμε ως παράδειγμα τουλάχιστον δύο χώρες, πλήρως εναρμονισμένες προς τον 21ο αιώνα. Την Γερμανία και την Κίνα. Η Γερμανία αποτελεί τον τρίτο πιο δημοφιλή προορισμό εκπαίδευσης για διεθνείς φοιτητές σε όλο τον κόσμο. Πάνω από το 12% των φοιτητών στα πανεπιστήμιά της προέρχονται από το εξωτερικό. Τα γερμανικά πανεπιστήμια προσφέρουν υψηλή ποιότητα διδασκαλίας και έρευνας, πλείστα δε εξ αυτών κατατάσσονται μεταξύ των κορυφαίων στον κόσμο. Πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν, μεταξύ άλλων, διαδραματίσει τρείς αλληλοσυνδεόμενοι θεσμικοί πυλώνες: (α) η λειτουργία του οργανισμού Uni-assist που υποστηρίζεται από περίπου 170 γερμανικά πανεπιστήμια κι εξυπηρετεί τις αιτήσεις διεθνών φοιτητών, (β) η Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD) και (γ) η Σύνοδος των Γερμανών Πρυτάνεων (HRK). Σε ό,τι αφορά στην Κίνα, η κυβέρνηση έχει ενισχύσει διεθνώς την εικόνα της ως χώρα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης παγκόσμιας κλάσης μέσα από συγκροτημένες πολιτικές αριστείας τύπου Project 211, Project 985 όπως βέβαια και της πρωτοβουλίας πανεπιστημίων Double First-Class.
Σε κάθε περίπτωση, η πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Κύπρο μπορεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο συγκριτικό μας πλεονέκτημα, Ωστόσο, η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος προϋποθέτει, inter alia, απαλλαγή από κάθε κουλτούρα και νοοτροπία μικροπολιτικής -σε όλα τα πεδία και τα επίπεδα- που ως τέτοια στραγγαλίζει όχι μόνο τον βασικό στρατηγικό στόχο αλλά και την ίδια την πανεπιστημιακή λειτουργία.
*Πρώην Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, τακτικό μέλος Ακαδημίας Επιστημών & Τεχνών