Το τελευταίο διάστημα, πολλοί -κι εγώ πιο συχνά απ’ όλους-, ανήμποροι να δώσουν λογικές εξηγήσεις στην δυστοπική κυπριακή πραγματικότητα, πέφτουν στην παγίδα της πολιτικής ματαιότητας. Σ’ αυτή την καλοστημένη παγίδα ό,τι και να κάνουμε, όση κριτική κι αν ασκήσουμε, όση αποδεδειγμένη διαφθορά κι αν επικοινωνήσουμε, στο τέλος θα μας δουλεύει ο κ. Αβέρωφ, θα μας περιφρονεί ο κ. Αναστασιάδης και θα μας κυβερνά ο ΔΗΣΥ. Έχει νόημα η άρνησή μας να αποδεχθούμε ως κανονικότητα την σημερινή θεσμική παρακμή ή η επιθυμία του ΔΗΣΥ να κυβερνά θα λειτουργεί για πάντα ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία;

Με πιο νηφάλια ματιά, η απήχηση του ΔΗΣΥ στην κοινωνία, σήμερα, φαίνεται να διανύει μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της. Για την ακρίβεια, βάσει των αποτελεσμάτων των τελευταίων βουλευτικών εκλογών, ως προς τις έδρες (17/56) η προηγούμενη χειρότερη επίδοσή του ήταν πριν 40 χρόνια (12/56), ως προς τις ψήφους (99.328) η προηγούμενη χειρότερη επίδοσή του ήταν επίσης πριν 40 χρόνια (92.886) και ως προς το ποσοστό του (27,77%) η προηγούμενη χειρότερη επίδοσή του ήταν στο μακρινό 1976 (27,6%). 

Γιατί μοιάζει τότε άτρωτος ο Συναγερμός; Διότι καταχράται την επικρατούσα αντιπολιτευτική, κοινωνική και δημοσιογραφική συνθήκη. Αυτήν της ακαταλόγιστης πολιτικής ασυνέχειας. Είναι λογικό να υπερέχει, ένα κόμμα που έχει απόλυτη ευελιξία, έναντι των υπολοίπων, ως προς την πολιτική του ταυτότητα. Ο σημερινός ΔΗΣΥ έχει πλήρη απουσία ιδεολογικού βάθους και ηθικού σημείου αναφοράς. Προσαρμόζει το εκάστοτε αφήγημά του βασισμένος στις τάσεις της εποχής, στο τι θέλει να ακούσει το ευρύ ακροατήριο προκειμένου να αποκομίσει το μέγιστο δυνατό πολιτικό κέρδος. 

Θα αναπαράγει ό,τι ακριβώς θες να ακούσεις χωρίς το συνειδησιακό βάρος της δέσμευσης. Θα βρεί τρόπο –συνήθως επικοινωνιακό– να μπαλώσει την πολιτική κυβίστηση όταν το απαιτήσουν οι συνθήκες. Με πιο απλά λόγια, είναι πρόθυμος να πείσει ότι υιοθετεί οποιαδήποτε ιδεολογική αρχή, αν γνωρίζει ότι αυτή θα τον διατηρήσει στο τιμόνι της εξουσίας και αντίστροφα δεν είναι πρόθυμος να υποστεί οποιοδήποτε κόστος προκειμένου να παραμείνει σταθερός σε κάποια θέση αρχής. Επί της ουσίας, έχει αναγάγει την κατοχή της εξουσίας σε ιδεολογία.

Στο ένα τηλεπαράθυρο ανέξοδες αγαθοεργίες με τον μανδύα της κοινωνικής «πολιτικής» και στο άλλο ρατσιστική και ξενοφοβική ρητορική για πρόσφυγες και μετανάστες. Τη μια είναι η παράταξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της προαγωγής της πολυπολιτισμικότητας και την άλλη είναι η extravagant-πατριωτική παράταξη, των περίκλειστων και σκληρών συνόρων. Αυτή που δήθεν τρίζει τα δόντια στη Τουρκία από εθνική ανησυχία, αλλά ταυτόχρονα  λιώνει σαν κύβος ζάχαρης στη θέα του ζεστού χρήματος ξένων διαπλεκόμενων επενδυτών, πουλώντας γη και διαβατήρια. Είναι το κόμμα των ελεύθερων αγορών και του μικρού-ευέλικτου κράτους, μέχρι να κλείσουν οι πόρτες, και να αρχίσει το πάρτι διορισμών του Δημοσίου από το Προεδρικό, πάντα βάσει κομματικής ταυτότητας. Σε χορηγούμενα ρεσιτάλ υποκρισίας, φυτεύουν on camera «τους σπόρους της ελπίδας», αλλά πίσω από αυτήν καταστρέφουν πάρκα για να κατασκευάσουν ναούς, ακτές για θέρετρα πολυτελείας, βουνά για μαρίνες και προστατευόμενες περιοχές για δρόμους. Συγχωρέστε με, όμως αυτό δεν είναι πολιτικό κόμμα. Είναι θίασος του Χορν.

Και σ’ όλη αυτή την πολιτευτική ελαφρότητα, που τόσο εύκολα κεφαλαιοποιείται στην ψήφο του μέσου Κύπριου πολίτη, έρχεται να προστεθεί ένα πολυδιασπασμένο αντιπολιτευτικό μέτωπο. Μέχρι στιγμής, εγκλωβισμένο σε κομματικές ατζέντες και προσωπικές φιλοδοξίες, ανήμπορο να συνεννοηθεί. Όχι, δεν προτείνω σε κανέναν πολιτικό χώρο να ευτελίσει τις ιδεολογικές του καταβολές. Αντίθετα, να τις προτάξουν απαιτείται. Σ’ αυτό το πρόταγμα της κάθε σύγχρονης και προοδευτικής πολιτικής δύναμης, θα συναντήσει κανείς με βεβαιότητα μια κοινή ανάγκη. Αυτήν του τερματισμού της λεηλασίας της χώρας από την πιο διαπλεκόμενη κυβέρνηση που βρέθηκε στην εξουσία, από τη σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Και όχι, τη διαφθορά στην Κύπρο δεν την εφηύρε ο ΔΗΣΥ. Δυστυχώς, ήταν και είναι μέρος της πολιτικής και κοινωνικής κουλτούρας της χώρας. Η μεγάλη πληγή που άνοιξε η σημερινή διακυβέρνηση, είναι η κανονικοποίησή της θεσμικής απαξίας. Ποτέ προηγουμένως η διαφθορά δεν ήταν τόσο ορατή, τόσο αντιληπτή, τόσο αυταπόδεικτη, όσο είναι σήμερα. 

Δεν είναι λοιπόν άτρωτος ο Συναγερμός, αλλά υποτιμημένη η σημασία του καταλογισμού αυτής της πολιτικής φαυλότητας που αναπαράγει.  Η επίγνωση για το ποιος είναι ο ρόλος ενός εκάστου σε όλη αυτήν την κατρακύλα, ίσως αφυπνήσει και την ταπεινωμένη αυτοπεποίθησή μας για το πόσα μπορούμε να πετύχουμε όταν είμαστε παρόντες στις εξελίξεις. Σε αυτό διακυβεύεται και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών που απέχουν, στους θεσμούς και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας. Επόμενο συλλογικό «τέστ», οι Προεδρικές Εκλογές του 2023. Οψόμεθα. 

* Κοινοβουλευτικός Συνεργάτης, Μηχανολόγος Μηχ. (ΜΕng), Μηχ. Περιβάλλοντος (PhD – c)