Η κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης προς ικανοποίηση δικαστικής απόφασης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα επί ποσού χρημάτων, ασφαλειών για χρήματα, αγαθών και κινητής ιδιοκτησίας, τα οποία βρίσκονται στα χέρια τρίτου. Εφόσον ο οφειλέτης δεν έχει ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του και έχει συμφέρον επί κινητών ή χρεών που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου, το Δικαστήριο με αίτηση του πιστωτή δύναται να εκδώσει ένταλμα κατάσχεσης τους μέχρι που το τρίτο πρόσωπο εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία αυτή που έχει στα χέρια του. Ο σκοπός του εντάλματος είναι η ασφαλής φύλαξη της ιδιοκτησίας που αναφέρεται σε αυτό και όταν αυτή βρίσκεται στα χέρια ή υπό τον έλεγχο δημόσιου λειτουργού υπό την επίσημη ιδιότητα του υπόκειται σε κατάσχεση για εκτέλεση δικαστικής απόφασης μόνο με τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα. 

Κάθε πρόσωπο προς το οποίο επιδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου οφείλει συμμόρφωση προς το διάταγμα, διαφορετικά θεωρείται ότι παράκουσε το διάταγμα με όλες τις συνέπειες. Από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος προς το τρίτο πρόσωπο, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία στα οποία ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, καθίστανται ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, εκτός εάν υπάρχει καλή τη πίστη προηγούμενος τίτλος ή δικαίωμα επίσχεσης ή επιβάρυνσης αυτών. 

Οι σχετικές πρόνοιες των άρθρων 14, 73, 74 και 78 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, που αφορούν την εκτέλεση με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου έτυχαν εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην ομόφωνη απόφαση του ημερ.30.12.2021 στην Π.Ε.171/2014 που εξέδωσε ο Δικαστής κ. Ν. Σάντης. Η υπόθεση αφορούσε έφεση γυμναστικού συλλόγου εναντίον πρωτόδικης απόφασης που τον διάταξε στα πλαίσια διαδικασίας κατάσχεσης σε χέρια τρίτου να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό προς εξ αποφάσεως πιστωτή αθλητικού σωματείου το οποίο χρησιμοποιούσε το γήπεδο του συλλόγου για διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων. 

Το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις εφαρμοζόμενες αρχές, τόνισε ότι η διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου είναι διερευνητικής υφής και στοχεύει στη διακρίβωση ύπαρξης χρέους από το μεσεγγυούχο προς τον εξ αποφάσεως χρεώστη. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η απόφαση δεν έχει ακόμη ικανοποιηθεί και ότι υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη ανάμεσα στον εξ αποφάσεως οφειλέτη και στο τρίτο πρόσωπο (μεσεγγυούχο), με το διάταγμα κατάσχεσης να συνιστά πράξη που να εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Πρόσθεσε ότι το διάταγμα κατάσχεσης μπορεί να αφορά σε ιδιοκτησία η οποία κατά την επίδοση του διατάγματος, ή σε άλλο χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκεται ή δυνατόν να περιέλθει υπό τη φύλαξη ή έλεγχο του μεσεγγυούχου. Επί του προκειμένου, δεν συμφώνησε με την εισήγηση του συλλόγου ότι έπρεπε να κρατήσουν οι ίδιοι τα έσοδα των αγώνων εφόσον οι αγώνες δεν είχαν εισέτι διεξαχθεί. Αυτό, γιατί, ως εκ της φύσεως της, η επίδικη διαδικασία αφορούσε και σε μελλοντικές εισπράξεις χρηματικών ποσών ενόσω το διάταγμα κατάσχεσης παρέμενε σε ισχύ, κάτι που εξευρίσκει νομολογιακή επικρότηση. 

Περαιτέρω συμφώνησε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε εντός των εξουσιών του και καλώς είναι που υπογράμμισε το επιβεβλημένο υπερίσχυσης του διατάγματος κατάσχεσης έναντι της συμφωνίας διαχείρισης που επικαλέστηκε ο σύλλογος ως μεσεγγυούχος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία η οποία να αναγνωρίζει δικαίωμα στο μεσεγγυούχο να αποφασίζει ότι δική του συμφωνία θα πρέπει να προηγηθεί δικαστικής απόφασης, πόσο μάλλον ότι του δίδει το δικαίωμα να μην υπακούσει σε πρόνοιες δικαστικού διατάγματος, δεν θα ήταν λογική, θα άφηνε δε τη συμμόρφωση με Δικαστικά Διατάγματα στην επιλογή του μεσεγγυούχου. 

Το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων συνδέεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας, όπως και από το ότι η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της, ειδάλλως δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της, με ανάλογα διαβρωτικά παρεπόμενα. Για αυτό το λόγο, τα διά νόμου προβλεπόμενα μέσα εκτέλεσης δεν πρέπει να απολήγουν άγονα, εκτός σε απολύτως δικαιολογημένες περιπτώσεις, καταλήγοντας ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης του και απέρριψε την έφεση. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα