Συνεχώς, οι ανθρώποι που μας διοικούν, μας ρίχνουν σε νέους λάκους, που έχουν σκάψει με τη δική μας ανοχή, ακόμα και παρότρυνση κάποτε. Μόλις φτάνουμε με κόπους και βάσανα στην επιφάνεια και σχεδόν είμαστε έξω από το λάκο, απλώνουν το χέρι για “να μας βοηθήσουν”, όμως με τη φόρα που μας τραβούν για να μας βγάλουν έξω, μας ρίχνουν στον επόμενο. Κάποιοι από μας διαμαρτύρονται. Και τί γίνεται; Τίποτε καλό. Ξανά τα ίδια.
Πριν λίγες ημέρες μίλησα με κατοίκους και τους Κοινοτάρχες του Μιτσερού και της Αγροκηπιάς. Ζουν με το φόβο του ότι θα εγκατασταθεί ένα εργοστάσιο παραγωγής ασφαλτικού σκυροδέματος στην περιοχή τους. Τρέμουν στη σκέψη του τί θα συμβεί, τί προβλήματα θα φέρει στην υγεία τους αλλά και γενικότερα στο μέλλον των κοινοτήτων τους. Η Κυβέρνηση αρνείται να τους ακούσει. Διαβούλευση για το θέμα δεν έγινε. Ο Νόμος έχασε το λεωφορείο, σε ένα “Κράτος Δικαίου”, όπως ονομάζει το Σύνταγμα μας την Κύπρο μας. Ποιόν Κράτος Δικαίου; Εδώ θέλουν να πνίξουν κυριολεκτικά ολόκληρες κοινότητες!
Η Κυβέρνηση εφάρμοσε μιαν παλιά τακτική, μιαν καλοδουλεμένη συνταγή. Έβαλε στο μυαλό των κατατρομαγμένων ανθρώπων ένα ανύπαρκτο δίλημμα: Αν δεν ανοίξει εργοστάσιο ασφάλτου στο Μιτσερό, θα παραμείνει στο Δάλι. Και έτσι, “ανεπίσημα” επιχειρεί να βάλει τις κοινότητες της μιάς περιοχής να κονταροκτυπηθούν με τις κοινότητες της άλλης. Κοινότητες που ζητούν το ίδιο πράγμα! Το δικαίωμα στη υγεία των οικογενειών τους, των παιδιών τους. Να μπορούν να ζήσουν έχοντας το βασικότερο αγαθό, που δικαιωματικά ανήκει σε όλους· καθαρό αέρα!
Υπάρχει οτιδήποτε χειρότερο; Να στερείς από κάποιον αυτό που χρειάζεται και αυτό που ούτως ή άλλως είναι δικό του και να του λες ότι για να σου επιτρέψω να το έχεις πρέπει να το στερήσω από έναν άλλο;
Παντού έχουμε προβλήματα, που στήθηκαν από τους διοικούντες. Στη Λευκωσία, στο Ιστορικό Κέντρο, η Κυβέρνηση με τη “μεταναστευτική πολιτική” της (που αν πραγματικά υπήρχε, θα το ξέραμε) ωθεί τους “παλιούς” κατοίκους να τα βάλουν με τους παράτυπους μετανάστες που ζουν σε άθλιες συνθήκες. Εδώ που τα λέμε, όταν μπαίνει ένας στο μαγαζί σου στις μία τα ξημερώματα που κλείνεις, ή σου κτυπά την πόρτα του σπιτιού σου αργά το βράδυ και σου ζητά χρήματα (και απ’ όσα λαλεί καταλάβεις μόνο τις λέξεις “money” και “euro”), ενώ δεν βγάζει το χέρι από την τσέπη και το κινεί απότομα (και εσύ από μέσα σου λες “άραγε να κρατεί μαχαίρι;”), σκέφτεσαι εσύ ο ίδιος αν πρέπει να φύγεις από τον τόπο σου τελικά. Σίγουρα δεν σκέφτεσαι τί τον έκανε να φύγει από το δικό του τόπο. Και ο άνθρωπος αυτός δεν είχε κακές προθέσεις. Ήταν μόνο απελπισμένος. Πιθανότατα και πεινασμένος. Η στάση και η συμπεριφορά της Κυβέρνησης σπέρνουν την απελπισία, που κουβαλεί μαζί της το φόβο, με επακόλουθο το μίσος.
Στις 15 του Νοέμβρη κάθε χρόνο γίνονται διαδηλώσεις για την ανακήρυξη του ψευδοκράτους. Γνωρίζω αρκετούς Τουρκοκύπριους που κάθε χρόνο τέτοια μέρα φοβούνται να μιλήσουν τη γλώσσα τους ενώ περπατούν στις ελεύθερες περιοχές, μήπως και τους ακούσει κάποιος και γίνει ο χαμός. Δεν έχω ακούσει να γίνονται φασαρίες, όμως ο φόβος υπάρχει, δεν σβήνει. Αυτό το “Τούρκοι εναντίον Ελλήνων”, δυστυχώς ακόμα δεν έχει ξεπεραστεί, ενώ όλοι έχουμε ένα αδιαμφισβήτητο κοινό: Είμαστε Κύπριοι! Εμείς νομίζουμε ότι οι Τουρκοκύπριοι ζουν ελεύθεροι στα κατεχόμενα εδάφη μας. Αυτοί νομίζουν ότι ζούμε ελεύθεροι στις ελεύθερες περιοχές. Μόλις την περασμένη εβδομάδα τοποθετήθηκαν νέα ψηλά και απαίσια κάγκελα στο οδόφραγμα της οδού Λήδρας. Γιατί; Για να κρατούνται οι Κύπριοι χωριστά με μεγαλύτερη ευκολία, όποτε αποφασίζει η δική μας Κυβέρνηση (η Κυβέρνηση όλων των Κυπρίων) ότι ο καθένας πρέπει να μένει φυλακισμένος στο “δικό του” καθεστώς!
Περνούν τώρα από το νου μου δεκάδες, εκατοντάδες, περιπτώσεις συνανθρώπων μας που αδικούνται καθημερινά, λόγω αποφάσεων της Κυβέρνησης και οποιουδήποτε είναι σε θέση να παίρνει αποφάσεις. Πώς δίνει λύση αυτός που επιφέρει την αδικία; Δεν δίνει λύσεις. Δείχνει πως αγνοεί το πρόβλημα, όμως δεν το αγνοεί. Το συντηρεί, γιατί τον βολεύει. Δημιουργεί ένα “εχθρό”. Μας λαλεί “αυτός φταίει για ο,τι παθαίνεις και για ο,τι θα πάθεις”!
Τελικά πού πάμε; Όπου μας οδηγούν αυτοί που σπέρνουν την απελπισία, το μίσος και τη διχόνοια μέχρι να φαγωθούμε μεταξύ μας, μέχρι να καταστραφεί ο τόπος μας και να πάψουμε να ζητούμε οτιδήποτε, μέχρι να τους αφήσουμε να κάνουν ο,τι θέλουν ανενόχλητοι. Θα τους δώσουμε αυτή την ικανοποίηση; Εμείς αποφασίζουμε. Αρκεί να πάψουμε να τους ακολουθούμε.
*Μέλος της Κ.Ε. του Κινήματος Οικολόγων.