Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι η γνωστή εταιρεία Amazon σκοπεύει να βάλει «θαλάμους ευεξίας» («wellness chambers») στις αποθήκες της έτσι ώστε οι πιεσμένοι υπάλληλοι να βλέπουν βίντεο, να ακούν χαλαρωτικούς ήχους, να διαλογίζονται και γενικώς να ξεκουράζονται. Το βίντεο που ανέβασε το BBC και ενημέρωνε για τις προθέσεις της Amazon να φτιάξει έναν τέτοιο θάλαμο, τον οποίο αποκαλεί «AmaΖen», ξεσήκωσε κλίμα διαμαρτυρίας στα κοινωνικά δίκτυα (είναι εξάλλου αρκετά γνωστό ότι επικρατούν κακές συνθήκες εργασίας στην Amazon) και κάποιοι χρήστες έκαναν λόγο για «δυστοπική πρακτική».

Τα τελευταία 20 περίπου χρόνια έχει εμφανιστεί ένα νέο φαινόμενο στους εργασιακούς χώρους. Αυτό αφορά στη λεγόμενη «εργασιακή ευεξία» («workplace well-being»). Η ενασχόληση με την υγεία του εργαζόμενου βέβαια δεν είναι καινοφανές φαινόμενο αφού τουλάχιστον στις Ευρωπαϊκές χώρες πηγαίνει πίσω στη εποχή της εκβιομηχάνισης, όπου κοινωνικοί μεταρρυθμιστές και ευαισθητοποιημένοι γιατροί (π.χ. ο Louis-René Villerme στη Γαλλία το 1840) κατέκριναν τις άθλιες συνθήκες στις οποίες εργάζονταν στα εργοστάσια ενήλικοι και παιδιά και πρότειναν αλλαγές στην εργασιακή νομοθεσία. Στην σύγχρονη εποχή όμως φαίνεται ότι δίνεται σημασία, εκτός από την σωματική υγεία των εργαζομένων, στην ψυχολογική υγεία και στα συναισθήματα. 

Στις ΗΠΑ, που σε τέτοια ζητήματα είναι συνήθως πρωτοπόρος, κάποιες εταιρείες προτρέπουν τους εργαζόμενους να χρησιμοποιούν «activity trackers», δηλαδή ηλεκτρονικές συσκευές που καταγράφουν τις δραστηριότητές μας (πολλοί από εμάς έχουμε άλλωστε μια εφαρμογή στο κινητό μας που μας ενημερώνει για το πόσα βήματα και χιλιόμετρα έχουμε κάνει και πόσες θερμίδες έχουμε καταναλώσει). Μια από τις συσκευές που συχνά συνιστούν οι ίδιες εταιρείες είναι το «Fitbit», ένα ρολόι που καταγράφει, μεταξύ άλλων, τους καρδιακούς παλμούς και την κατανάλωση θερμίδων του χρήστη (πολλοί από εμάς το έχουν σίγουρα εντοπίσει στην αγορά). Η πανδημία, με τις πολλές αλλαγές που έχει επιφέρει στην εργασία, και ίσως κυρίως την έστω προσωρινά ραγδαία αύξηση της τηλεργασίας και η συσχέτισή της με την υγεία του εργαζομένων, είναι απλώς η συνέχεια αυτών των ιστορικών διαδικασιών. Εδώ γεννώνται ερωτήματα όπως: η τηλεργασία αυξάνει το στρες; η τηλεργασία χειροτερεύει την «ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής»; κ.α.

Τα λεγόμενα «Εργασιακά Προγράμματα Ευεξίας» («Worksite Wellness Programs») αποσκοπούν στο να κάνουν τους εργαζόμενους πιο υγιείς, προσηλωμένους, και παραγωγικούς. Ταυτοχρόνως όμως, έστω θεωρητικά, μειώνουν το κόστος εργασίας (μείωση της περίθαλψης και των αδειών ασθενείας, κ.λπ.) αφού οι εργαζόμενοι προσέχουν περισσότερο υγεία τους (π.χ. διακοπή καπνίσματος, διατροφή, άσκηση) και έτσι προλαμβάνουν την εμφάνιση ασθενειών. 

Από τα παραπάνω προκύπτουν τα ακόλουθα τρία ζητήματα: 1. Είναι όντως αποδοτικά αυτά τα προγράμματα; Παραδόξως ίσως σπαταλούν περισσότερα χρήματα απ’ ότι καταφέρνουν να εξοικονομήσουν. Αυτό τουλάχιστον καταδεικνύουν κάποιες μελέτες, αν και ακόμα το ζήτημα είναι υπό εξέταση. 2. Μήπως οδηγούμαστε πολλές φορές στην υπερ-ιατρικοποίηση των εργαζομένων και της εργασίας; Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ο Soeren Mattke, γιατρός και καθηγητής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, σε πρόσφατη δημοσίευση του στο περιοδικό HR Magazine. Μήπως επίσης οδηγούμαστε στον έλεγχο των εργαζομένων (οι οποίοι συχνά ενθαρρύνονται να παρακολουθούν τους εαυτούς τους) και, ενίοτε, ακόμα και στην παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους; Ζήτημα επομένως ηθικό και νομικό. 3. Τέλος, είναι άστοχο να εξατομικεύονται περίπλοκα κοινωνικά ζητήματα όπως η υγεία και να επιρρίπτεται η ευθύνη σε εργαζόμενους οι οποίοι υποτίθεται κάνουν «καθιστική ζωή» και έχουν «κακές συνήθειες υγείας», ιδίως αν ανήκουν σε χαμηλότερη κοινωνικοοικονομική βαθμίδα και ίσως αδυνατούν να φροντίσουν την υγεία τους σε μεγάλο βαθμό ακριβώς λόγω των κοινωνικοοικονομικών δυνατοτήτων τους (π.χ. ιδίως στις ΗΠΑ, η πρόσβαση τους σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης είναι ενδεχομένως μειωμένη).

*Λέκτορας Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανωσιακής Θεωρίας, ECTL Eurocollege