Αγαπητέ υποψήφιε, δεν θέλω τίποτ’ άλλο, παρά να μιλήσω απλά. Αυτό αρμόζει εξάλλου και στους δυο μας, μετά που υιοθετήσαμε ως modus operandi, το γνωστό απόφθευγμα «μη μου τους κύκλους τάραττε». Για δεκαετίες τώρα, αφήσαμε την ιστορία να εκτυλίσσεται, να διαδραματίζεται γύρω μας, υιοθετώντας ρόλους απαθούς κομπάρσου ή του ανυποψίαστου παρευρισκομένου.
Ποτέ μας δεν πιστέψαμε στην αλλαγή, μήτε εγώ, μήτε εσύ! Λέγαμε πάντα, ας αλλάξουνε τα πράγματα οι άλλοι και πιστεύαμε πως αυτό, που πρέπει να γίνει, θα το κάνουνε εκείνοι οι άλλοι, που θα έρθουν μετά από μας. Οι άλλοι όμως ήρθανε κι όπως ήρθαν, έφυγαν! Ο πανδαμάτωρ χρόνος τους υπέταξε κι αυτούς, σαν άλλος Ναρσής που με το ξίφος του υπέτασσε λαούς στο όνομα του Ιουστινιανού και της πάλαι ποτέ κραταιάς Αυτοκρατορίας των Ρωμαίων.
Στο μάθημα της ιστορίας, ως φαίνεται, μείναμε μετεξεταστέοι. Μας βόλεψε το status quo βλέπεις, ή καλύτερα, βολέψαμε ο ένας τον άλλο. Οι πελατειακές μας σχέσεις, κατέληξαν να είναι το παράδειγμα προς μίμηση της πολιτικής σκηνής του τόπου και στο βωμό του συμφέροντος, θυσιάζαμε καθημερινά την πρόοδο του κράτους μας και την αξιοπρέπειά μας. Δεν διστάσαμε να κλείσουμε το μάτι, πονηρά, ο ένας στον άλλο, ακόμη και σε κοινή θέα! «Το ’χαμε στημένο το παιχνίδι», αναλογιζόμασταν και κομπάζαμε στη σκέψη αυτή με ύφος χιλίων καρδιναλίων!
Φταίει και η μοίρα μας πιστεύω. Ως λαός, το έχουμε παλαιόθεν να επιρρίπτουμε ευθύνες στην ειμαρμένη. Δεχθήκαμε βάσανα πολλά, ορδές εισβολέων και σφετεριστών, δεχθήκαμε και αποδεχθήκαμε κορωνοϊούς εντός εισαγωγικών και εκτός εισαγωγικών. «Επάθαμε τζι εμείς πολλά», είπε, νομίζω, κάποτε ένας πολιτικός του τόπου, που με τη φράση αυτή, εκών άκων, μας παρέπεμπε σε ένα βαθύ αναστοχασμό, ο οποίος όμως δεν έφτασε σε ώτα ευήκοα.
Παραβλέψαμε, άθελά μας, να συσχετίσουμε το «μη μου τους κύκλους τάραττε» με το τέλος της Καρχηδόνας, με το κύκνειο άσμα ενός διάττοντα αστέρα, ο οποίος δεν άφησε τίποτα άλλο στο πέρασμά του, παρά μία φθίνουσα ακτίδα φωτός.
Μακάρι, αυτή τη φορά να καταφέρω να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων και να αμφισβητήσω τα δεδομένα που άλλοι επιχειρούν να μου επιβάλουν. Μακάρι να βρω το ψυχικό σθένος να απαιτήσω την αλλαγή και μακάρι για πρώτη φορά να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων και να σε κρίνω για το ήθος σου και την ειλικρίνειά σου αλλά και το θάρρος της γνώμης σου συγκρίνοντάς σε με άλλους πολλούς παρά με τις πολιτικές παρωπίδες που μου φορέσανε κάποιοι πριν ακόμη ενηλικιωθώ.
Πολλά έχουν αλλάξει και είναι καιρός οι αλλαγές αυτές να διαφοροποιήσουνε κι εσένα κι εμένα. Διαφορετικά, θα ’ρθει η μέρα εκείνη, που ο Ναρσής και ο Βελισάριος, θα ακούσουνε από το στόμα του βαρβάρου να εκστομίζεται το: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης». Κι εκεί πλέον, θα είναι αργά!
Επιθυμία μου, ως και κάθε σημερινού, εφήμερου «προφήτη», δεν είναι να ακουστώ ως εσχατολόγος, παρά μόνο ως η φωνή εκείνη, που έφτασε στ’ αυτιά σου, σαν το ανάλαφρο θρόισμα των φύλλων του Μαγιού. Είθε το θρόισμα αυτό, να ξυπνήσει μέσα σου τα χρόνια εκείνα της αθωότητας, που προηγήθηκαν των χρόνων της λήθης και που σε έκαναν να αγαπάς πραγματικά αυτό, που κάποτε αποζητούσα κι εγώ. Το καλό, δηλαδή, ετούτου του τόπου!
* Εκπαιδευτικός
Αφιερωμένο στον καλό φίλο, Θεοφύλακτο Φυλακτού.