Η ανθρώπινη φύση διαβαθμίζει την υπαρξιακή της ιδιότητα, σύμφωνα με τα βιωματικά κριτήρια και τη δυνατότητα διαχείρισης των εμποδίων και των προβλημάτων, αλλά σαφώς και των επιτυχιών που δημιουργούνται ή και συγκυριακά παρουσιάζονται στο πέρασμα του χρόνου.

Η ψυχική επάρκεια και η αυτογνωσία, ενδεχομένως και το επίπεδο της μόρφωσης χωρίς όμως αυτό να υπερκαλύπτει ή να υποκαθιστά την κοινωνική ολοκλήρωση, αποτελούν βασικές συνιστώσες για την ύπαρξη των απαιτούμενων ποιοτικών χαρακτηριστικών που θα οδηγήσουν στην ολοκλήρωση του ανθρώπου και στην απογείωση διαμέσου της ταπεινότητας και της «προσγειωμένης» συμπεριφοράς και στάσης ζωής.

Αντιθέτως βέβαια, η υπερφίαλη θεώρηση των πραγμάτων, η ημιμάθεια που οδηγεί στη συνειδητή ή και υποσυνείδητη έπαρση, η έλλειψη ενσυναίσθησης και αντικειμενικής ικανότητας ή και διάθεσης αποτίμησης των πραγματικοτήτων, οδηγεί συνήθως στην ανάδειξη της ποταπότητας του εγωκεντρισμού και της αυτοκαταστροφικής και αυτοαναιρετικής συνήθως έπαρσης, ως απότοκο της εσωτερικής ανεπάρκειας.

Σε μια εποχή όπου η κοινωνική σήψη κυριαρχεί στη βάση της αποξένωσης από αρχές και αξίες, στην ανάδειξη του ατομικισμού και της απομόνωσης ως κυρίαρχο σημείο βιωματικής αναφοράς αλλά και συμπεριφοράς, ο άνθρωπος αποσυνδέεται από αυτή του την ιδιότητα, παραγνωρίζοντας αξιακές στάσεις ζωής και συνιστώσες συνύπαρξης, συνδιαλλαγής και συνεργασίας.

Αναπόφευκτα, η αποστασιοποίηση από την εξελικτική διάσταση της ανθρώπινης ιδιότητας , h οποία οδήγησε διαχρονικά στην ανάπτυξη των τεχνών, των επιστημών και ως απότοκο αυτών, στην ίδια την αυτογνωσία, στον αλληλοσεβασμό, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ελευθερία της γνώμης, στην ισότητα και αναντίλεκτα στην ανάδειξη της ίδιας της αξιοπρέπειας ως σημείο αναφοράς σε κάθε έκφανση δραστηριοποίησης, λειτουργεί ισοπεδωτικά και μηδενιστικά σε σχέση με ότι οικοδομήθηκε δια μέσου των αιώνων.

Δυστυχώς, ο άνθρωπος σταμάτησε να ακούει τον άλλο, όχι στη βάση της συνταύτισης, αλλά πρωτίστως σε ότι ο καθένας μας έχει να εκφράσει, σωστό ή λανθασμένο. Η έλλειψη ανταλλαγής απόψεων αποτρέπει τη σύνθεση, περιορίζει τον ολοκληρωμένο λόγο, αποτρέπει τη σκέψη και επηρεάζει αρνητικά στην τεκμηριωμένη άποψη. «Μου αρέσει να ακούω. Έχω μάθει πολλά από την προσεκτική ακρόαση. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ακούνε ποτέ» Αυτή η τοποθέτηση του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, αναδεικνύει ακριβώς τη σημασία της ακουστικής συνύπαρξης και συνδιαλλαγής, ως μέσο ανάδειξης και εδραίωσης του ίδιου του διαλόγου.

Οι επιδράσεις αυτής της διαπιστωμένης πραγματικότητας, είναι δυστυχώς πολύπλευρες, πολυδιάστατες και αλυσιδωτές. Ο Επίκτητος ανέδειξε, αιώνες πριν, πως «είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να μάθει ότι νομίζει πως ξέρει ήδη». Η έπαρση της ημιμάθειας που οδηγεί στο αυτοαναιρετικό ταξίδι στο κενό, εκμηδενίζοντας τον ορίζοντα της προοπτικής, της εξέλιξης και της ανθρώπινης ψυχικής και πνευματικής ανάτασης.

Η ποιητική παραπομπή, «δεν θέλησες ν’ ακούσεις τον Σωκράτη ν’ αγορεύει, γιατί τα λόγια είπες δεν σ’ αγγίζουνε», αναδεικνύει τη θεώρηση του Αριστοτέλη πως, «εκπαιδεύοντας το μυαλό, χωρίς να εκπαιδεύσουμε την καρδιά, δεν είναι καθόλου εκπαίδευση» και ως συνεπακόλουθο αυτής της προσέγγισης, ο Αριστοτέλης συνεχίζει πως, «τον κόσμο τον κατακτάς αν σκέφτεσαι με την καρδιά».

Αναπόφευκτα, η έλλειψη σκέψης, προβληματισμού, πνευματικής συνεύρεσης και στοιχειώδους κοινωνικής συναναστροφής, αναιρούν τη θεώρηση του Σωκράτη, στη βάση της ίδιας της αναζήτησης ως αρχής της σοφίας.

Η αναστροφή αυτής της πορείας μας αφορά όλους και ιδιαίτερα όσους δημιουργούμε μέσα από τη δράση μας, τάσεις και στάσεις ζωής και πολλαπλασιαστές προς το ηθικό, το πρέπον και το δίκαιο. Ομοίως και η επιδιωκόμενη μεταρρύθμιση της παιδείας, ως αξιακή αρχή διαπαιδαγώγησης και όχι σαν ισοπεδωτική μεταγωγός τάσεων και στάσεων μετάλλαξης.

Η αναστροφή αυτής της καταστροφικής πορείας προς την απόλυτη ισοπέδωση, τον λαϊκισμό, την αμετροέπεια, την ανέξοδη αμφισβήτηση των πάντων, θεσμών, αρχών, αξιών, ακόμα και της ίδιας της ανθρώπινης ιδιότητας στην ανθρωποκεντρική θεώρηση των πραγμάτων, είναι ιδιαίτερα και επιτακτικά επιβεβλημένη.

Η παραπομπή στον Κομφούκιο, δίνει το στίγμα και ενθαρρύνει την προσπάθεια, προδιαγράφοντας τη διαδρομή καθώς, «δεν έχει σημασία πόσο αργά προχωράς, αρκεί να μη σταματήσεις», σε πείσμα των καιρών και ως οφειλή προς του υγιώς και χρησίμως σκεπτόμενους, αλλά και πράττοντες.  

* Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ