Δεν είναι του χρόνου το πέρασμα που καθορίζει το μέγεθος της απώλειας, μα η κάθε στιγμή που αναδεικνύει την ανάγκη της μέθεξης, συναρτώμενης με το ευγενές, το άδολο, το ανεπιτήδευτο και το κοινωνικά δίκαιο αποτέλεσμα. Δεν γυρίζεις το βλέμμα στο παρελθόν για να επιβεβαιώσεις τη θλίψη, στο διαχρονικό κενό της ψυχικής ευφορίας, κι’ ούτε στη λήθη επιτρέπεις να λειτουργήσει ως αντίδοτο στης κραυγής το ηχόχρωμα. Συνεχίζεις να βλέπεις και να πορεύεσαι μπροστά, αντλώντας δύναμη από τις παραπομπές, τις νουθεσίες, τις αρχές και τις αξίες που δεν λύγισαν μπροστά σε αλλότριες επιβουλές και παρεισφρήσεις.
Η ιστορία δεν αφηγείται, σαν τα παραμύθια με των μύθων το συναπάντημα, μα γράφεται με έργα και πράξεις, αποτυπώνοντας αυτό που μένει ως σημείο αναφοράς και καθημερινή ανάσα ζωής στον άνθρωπο και στην κοινωνία ολόκληρη. Ωσάν αποστροφή στην αριβίζουσα ακροβασία που εμπνέει αποπροσανατολιστικά, τη μονοδιάστατα ευκαιριακή και εγωκεντρική στόχευση.
Πέρασαν ήδη δύο χρόνια, από εκείνη την Κυριακή που το φεγγάρι αφέθηκε στη θλίψη του να ταξιδέψει τις στιγμές της αγωνίας και να απαλύνει τον πόνο με την πρόσκαιρη ελπίδα της ανάκαμψης μέσα από την πορεία της ίασης. Δύο ολόκληρα χρόνια από εκείνη τη στιγμή της ενόρασης του αβέβαιου, του επαναπροσαρμόζομενου και του επαναλαμβανόμενου.
Δύο χρόνια από τότε που ξεκινούσε το ταξίδι για την αιώνια «γειτονιά» της, ξέροντας όμως πολύ καλά πως, δεν φεύγει ο άνθρωπος που αφήνει το αποτύπωμα από το χαμόγελό του στις ψυχές των ανθρώπων. Δυο χρόνια μετά, συνεχίζει, αυτό που είχα γράψει τότε, «να μας συντροφεύει [και να μας λείπει] η θετικότητά της, η οξυδέρκειά της, η ικανότητα να συγκεράζει απόψεις, η κοινωνική της ευαισθησία, η συγκροτημένη της σκέψη, η τιμιότητα και το ήθος, η αφοσίωσή της στην υλοποίηση του στόχου και η αποτελεσματικότητά της, η διαπραγματευτική της ικανότητα και ο σεβασμός προς τους συνεργάτες της. Αφοσιωμένη και ανιδιοτελής, μοναδική».
Η Ζέτα πορεύτηκε στη βάση του ηθικού, του ανθρωποκεντρικού, του ισορροπημένου και του τεκμηριωμένου αιτήματος. Ήθελε να αντιληφθεί το πρόβλημα, πρωτίστως απευθείας από αυτούς που το βίωναν, να το επεξεργαστεί διεξοδικά και να το λύσει σωστά, ανθρώπινα και αποτελεσματικά, μακριά από δογματισμούς, λαϊκισμούς και επικοινωνιακές δοξασίες. Κι’ αν ήταν κάτι επιπρόσθετα συμπληρωματικό που την έκανε να είναι μοναδική, ήταν το γεγονός πως δεν διεκδικούσε εύσημα για τον εαυτό της, αλλά τα απέδιδε στους συνεργάτες της και στους υπόλοιπους κοινωνικούς εταίρους, τους οποίους σεβάστηκε απόλυτα και δεν άφησε ποτέ εκτεθειμένους.
Η διαχρονικότητα του έργου της, αποτυπώνεται και αναδεικνύεται μέσα από τη δική της σφραγίδα σε όλες τις μεγάλες καινοτομίες της κοινωνικής και εργατικής πολιτικής, όπως είναι το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, τα θέματα προώθησης της συμφιλίωσης οικογένειας και εργασίας, η Ενιαία Υπηρεσία Απασχόλησης, η νομοθετική ρύθμιση όρων που διέπουν τις δύο μεγάλες κλαδικές συμβάσεις, των οικοδόμων και των ξενοδοχοϋπαλλήλων, η Συμφωνία Πλαίσιο για την ΑΤΑ, με τη ρητή παραπομπή στη φιλοσοφία του θεσμού, όπως και τα Σχέδια στήριξης των εργαζομένων, της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας κατά την πανδημία.
Παράλληλα, η Ζέτα εμπνεύστηκε και μετουσίωση σε πράξη, τη δημιουργία του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, ως μεταρρυθμιστικό όραμα καλύτερης στόχευσης και εφαρμογής της προνοιακής και επιδοματικής πολιτικής, με επίκεντρο τον ίδιο τον άνθρωπο και την κάλυψη των βασικών βιοποριστικών του αναγκών. Ακριβώς και για όλα αυτά, μαζί με άλλα τόσα, αγαπήθηκε από την κοινωνία και τους απλούς ανθρώπους. Επιπρόσθετα, ανεξίτηλη είναι η σφραγίδα της και στα θέματα που η ίδια διαχειρίστηκε μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, και τα οποία αφορούν, τη θέσπιση του εθνικού κατώτατου μισθού (ο οποίος θα έπρεπε να είχε αποδοθεί ως το Ζωτικό Εισόδημα Τυπικής Απασχόλησης- ΖΕΤΑ), τη νομοθεσία για την τηλεργασία, τη μεταρρύθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης, τον επανακαθορισμό της Στρατηγικής για την Απασχόληση Εργαζομένων από Τρίτες Χώρες και τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Καθώς η ζωή δεν είναι δεδομένη για κανένα, ας ευχηθούμε συνειρμικά «ποτέ ξανά την Κυριακή». Εκείνη την Κυριακή της 15ης του Μάη που ανατράπηκε η ομαλή πορεία προς την κοινωνική δικαιοσύνη. Εκείνη την Κυριακή που δεν ξημέρωσε ποτέ τη Δευτέρα, ο προγραμματισμός της οποίας, ενδεχομένως να οδηγούσε σε άλλες διευθετήσεις αποτρέποντας τις όποιες απροσδιόριστα επικίνδυνες ατραπούς.
Γλαφυρά ζωντανές οι θύμησες με τις προσευχές μας να συντροφεύουν τη δική της εναγωνιώδη προσπάθεια να επανέλθει, να ζήσει, να χαρεί, όπως και τη δική μας πάλη με το πεπρωμένο συναπάντημα, ως ανταπόκριση στο δικό της κάλεσμα για βοήθεια και άντληση δύναμης, μέχρι που η εικόνα καταγράφηκε καταληκτικά και ξεκάθαρα ως μη αναστρέψιμη, οδηγώντας στην ασυμβίβαστη παραδοχή του «τετέλεσται».
Δύο χρόνια μετά, σε αυτή την «ποτέ ξανά την Κυριακή» υπόμνηση, η κατάληξη της επικήδειου απόδοσης φόρου τιμής, γίνεται ξανά επίκαιρη, καθώς η διαχρονικότητα της πορείας και του κληροδοτήματός της προς όλους εμάς, παραπέμπει συνειρμικά στον Επιτάφιο Λόγο του Περικλέους, καθώς, «είναι προτιμότερο, οι τιμές που απονέμονται σε [ανθρώπους], οι οποίοι αναδείχθηκαν γενναίοι με τα έργα τους, να εκδηλώνονται και αυτές με έργα μόνο».
Ας πορευθούμε όλοι διά του παραδείγματος!
*Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ