Τις μέρες αυτές ένιωσα την ανάγκη να επανέλθω στον Καζαντζάκη. Διαβάζω  “Οι Αδελφοφάδες”. Γράφει:

«Βρήκες, μωρέ κοκορόμυαλε, τη δικαιοσύνη;
– Όχι, σύντροφε, ακόμα. Όμως βρήκα την ελπίδα.
– Ποιαν ελπίδα;
– Πως μια μέρα θα ‘ρθει η δικαιοσύνη. Δε θα ‘ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. Εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε.»

Στάθηκα σε αυτό: Δεν έχει πόδια. Σκέφτηκα ότι ίσως εμείς δεν ψάχνουμε τη δικαιοσύνη. Ψάχνουμε πρώτα την ελπίδα. Κι όμως, ούτε κι αυτή έρχεται μόνη της.

Χρόνια τώρα, δεν μου αρέσει η ελπίδα όπως την βιώνουμε συλλογικά. Η ελπίδα-αναμονή. Η ελπίδα-ευχή. Η ελπίδα που μας βάζει σε κοινωνικό λήθαργο με τη βολική σκέψη ότι «στο τέλος όλα θα πάνε καλά». Αυτή δεν είναι ελπίδα. Είναι υπεκφυγή. Ευσεβοποθισμός μεταμφιεσμένος σε αισιοδοξία.

Χρειαζόμαστε κάτι πιο απαιτητικό. Μια ελπίδα που βασίζεται στην προετοιμασία. Στη γνώση. Στη διάθεση να διορθώσουμε τα λάθη μας. Μια ελπίδα που να παράγει αυτοπεποίθηση μέσα από απόδειξη.

Στον αθλητισμό αυτό είναι ξεκάθαρο. Δεν πείθεις τον εαυτό σου ότι αντέχεις την πίεση. Το έχεις αποδείξει. Το έχεις αποδείξει όταν έμεινες στο γήπεδο ενώ οι άλλοι έφυγαν. Όταν ξύπνησες πριν χαράξει. Όταν έτρεξες μόνος, χωρίς χειροκρότημα. Ο αθλητισμός είναι τίμιος. Δεν σου χαρίζει αυτοπεποίθηση. Σου διδάσκει να τη χτίζεις. Η σκέψη αυτή μου θυμίζει τον Kobe Bryant. Την αυτοπεποίθηση του τελευταίου σουτ που δεν βασίζεται σε ευχή, αλλά σε χιλιάδες επαναλήψεις. Την ίδια νοοτροπία άκουσα αυτές τις μέρες και από την Ailing Gu: η εμπιστοσύνη δεν είναι επιβεβαίωση – είναι συσσωρευμένη απόδειξη.

Ένας φίλος αναρωτιέται πώς γίνεται να τρέχουμε 42 χιλιόμετρα ασταμάτητα. Η απάντηση είναι σχεδόν βαρετή: με πολλή δουλειά. Με συνέπεια. Με επανάληψη. Με μήνες που δεν φαίνονται σε καμία φωτογραφία τερματισμού.

Έτσι “ελπίζουμε” ότι θα τα καταφέρουμε. Όχι επειδή το ευχόμαστε. Αλλά επειδή ξέρουμε τι έχουμε κάνει. Ξέρουμε τις διαδρομές. Τις θυσίες. Την προετοιμασία. Κτίζουμε την εμπιστοσύνη μας και την ελπίδα μας μέρα τη μέρα. Μέτρο το μέτρο.

Το ίδιο προσπαθούμε -ή οφείλουμε να προσπαθούμε- και στο Πανεπιστήμιο. Η ελπίδα δεν χτίζεται με ανακοινώσεις. Χτίζεται με διαδικασίες που λειτουργούν. Με αποφάσεις βασισμένες σε δεδομένα. Με διαφάνεια. Με ανθρώπους που εργάζονται σοβαρά ακόμη κι όταν δεν φαίνεται. Με μικρές βελτιώσεις που συσσωρεύονται.

Δεν αλλάζει ένας οργανισμός επειδή το δηλώνει. Αλλάζει όταν παράγει απόδειξη.

Το ίδιο ισχύει και για μια χώρα.

Δεν θα γίνουμε καλύτεροι επειδή το ευχόμαστε. Θα γίνουμε καλύτεροι αν επιμένουμε:
να απαιτούμε ποιότητα, να μην κανονικοποιούμε την προχειρότητα, να στηρίζουμε τους άξιους, να συμμετέχουμε όπου μπορούμε.

Η ελπίδα δεν είναι αφέλεια. Είναι πειθαρχία. Και δεν θα έρθει με επιλογές που μας τραβούν πίσω. Με το «δεν ξέρω, θα μάθω στην πορεία» σε θέσεις που απαιτούν γνώση από την πρώτη μέρα. Με λαϊκίστικες ή φοβικές ιδέες που αντέχουν μόνο σε τηλεοπτικά πάνελ ή σε λογίδρια εκ του ασφαλούς.

Θα έρθει με σοβαρότητα. Με τεκμηρίωση. Με σύνθεση. Με ανθρώπους που δεν φοβούνται την πολυπλοκότητα την ίδια στιγμή που παλεύουν για την απλότητα. Που επιδιώκουν τη γνώση πριν να έχουν άποψη.

Στον μαραθώνιο δεν συνεχίζεις επειδή πιστεύεις αόριστα στον εαυτό σου. Συνεχίζεις επειδή έχεις αποδείξει ότι μπορείς. Στα δύσκολα, δεν σε σώζει το σύνθημα, το χειροκρότημα ή το όραμα του τερματισμού. Σε σώζει η προπόνηση.

Έτσι και οι κοινωνίες. Όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, δεν θα τις σώσει η ρητορική. Θα τις σώσει η ποιότητα που καλλιέργησαν. Η δικαιοσύνη δεν έχει πόδια. Και η ελπίδα δεν κινείται από μόνη της. Προχωρούν μόνο όταν τις σηκώνουμε εμείς. Δεν θα μας σώσει η ευχή. Θα μας σώσει η συνέπεια. Η ποιότητα. Η δουλειά που γίνεται όταν δεν κοιτά κανείς. Γιατί στο τέλος, ούτε η ιστορία ούτε η ζωή ανταμείβουν την πρόθεση. Ανταμείβουν την προετοιμασία. Και η ελπίδα -η αληθινή- δεν προηγείται της πράξης.

Την ακολουθεί.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου