Οι πρώιμες φιλοσοφικές προσεγγίσεις αναφορικά στο ζήτημα της αιώρησης δεν είναι λίγες. Αναφέρω ενδεικτικά αυτήν του Αναξίμανδρου μαθητή του Θαλή.
Ο ίδιος τοποθετεί τη γη στο κέντρο του σύμπαντος. Λέει: «Μέσην τε την γην κείσθαι κέντρου τάξιν επέχουσαν».
Ο Αναξιμένης, μαθητής του Αναξίμανδρου αναζητά την αρχή του σύμπαντος στο κατεξοχήν ζωογόνο πνεύμα, τον αέρα. Υποστηρίζει ότι η γη αποτελεί προϊόν της πύκνωσης του αέρα ο οποίος και την συγκρατεί.
Για μια ενεργό ισορροπία (coiling), μια δυναμική ακινησία της γης θα μιλήσει ο Πλάτωνας στον Τίμαιο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ψυχή του κόσμου συντονίζει τα ουράνια σώματα και παράλληλα τα προστατεύει από το χάος μιας πιθανής άτακτης πτώσης. Στα Μετερεωλογικά ο Αριστοτέλης εξετάζει τα «μετέωρα» φαινόμενα και την προσαρμογή των πλανητών στην αιθέρια ζώνη.
Το 1959, ο René Magritte δημιουργεί «Το κάστρο των Πυρηναίων». Πρόκειται για μετέωρο ογκόλιθο στην κορυφή του οποίου ο Βέλγος ζωγράφος τοποθετεί ένα πέτρινο κτηριακό συγκρότημα. Με φόντο έναν νεφελώδη ουρανό και μια κυματώδη θάλασσα στο κάτω μέρος του καμβά, ο καλλιτέχνης ορίζει το χώρο φιλοξενίας του κεντρικού και παράλληλα ερμητικού μοτίβου που δεσπόζει της σύνθεσης.
Επισημαίνω την αξιοσημείωτη ευκρίνεια ως προς την απόδοση του περιεχομένου. Αυτό εντούτοις που εντυπωσιάζει είναι η ισχυρή αντίληψη, διαχείριση και κατανομή του φωτός σε κάθε τμήμα της εν λόγω ελαιογραφίας. Η γνησιότητα του έργου δεν έγκειται τόσο στην τεχνική του αρτιότητα όσο στην ανορθόδοξη κατανομή των στοιχείων που συνιστούν το λεξιλόγιο της δικής του τοπιογραφίας.
Η ξενότητα του έργου έγκειται στην ανάγκη να συσταθεί ο χώρος στη βάση μιας παραδοξότητας, τόσο ισχυρής ώστε να υπερβαίνει τη συγκίνηση και να μετακυλά στη σφαίρα του ονείρου. Ο Magritte στοχάζεται πάνω στο ζήτημα της αιώρησης.
Προϋπόθεση για το εγχείρημα αυτό δεν είναι άλλη από τη δημιουργία «τόπων αιωνίων όπου το αντικείμενο δεν συγκρατείται παρά μόνο σε σχέση με τη συμβολική και αινιγματική του ζωή» όπως ο André Breton επισημαίνει το 1928 στο βιβλίο του Υπερρεαλισμός και ζωγραφική.
Η μεγάλη σειρά έργων του Γιώργου Γαβριήλ με τίτλο «Ο κόσμος της Κύπρου» (2020-2023) και με κυρίαρχο γνώμονα το ζήτημα της αιώρησης δεν αξιώνει ιστορικές συνηχήσεις προκειμένου να βρει το βηματισμό της.
Θεωρώ τα μόλις προλεχθέντα αναγκαία σε επίπεδο μιας ευρύτερης πληροφόρησης. Δεν αποτελούν αναμφίβολα καταγωγική ή σημασιολογική σήμανση καθότι το έργο του Magritte και αυτά του Γαβριήλ εδράζουν σε διαφορετική στοχαστική βάση και άλλο χρονικό πλαίσιο.
Επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου στο έργο «Μπελαπάις» (2022). Πρόκειται για μια ιδιάζουσα και πολύ προσωπική διαχείριση της μνήμης – της μνήμης των κατεχομένων εδαφών. Στο έργο το μνημείο και ο χώρος που το περιβάλλει καταλαμβάνουν την κορυφή ενός γήινου συμπαγούς τεμαχίου που μοιάζει να αποκολλήθηκε από το έδαφος για να κερδίσει τον αιθέρα.
Το μοτίβο απολαμβάνει μια αιώρηση, ενδεικτική της ανάγκης του δημιουργού να προσδώσει στο κατεχόμενο εμβληματικό μνημείο ένα νέου τύπου συμβολισμό. Πρόκειται για μια ποιητική εικόνα έτσι όπως την ορίζει ο Martin Heidegger στο βιβλίο του «…Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος…».
Γράφει χαρακτηριστικά: «Οι ποιητικές εικόνες είναι οι κατεξοχήν απεικονίσεις, κι όχι απλές εικασίες και ψευδαισθήσεις, αλλά απ-εικονίσεις με την έννοια ότι εγκλείουν και ταυτοχρόνως καθιστούν ορατό το ξένο μέσα στην όψη του οικείου». Απομένει συνεπώς να αναζητήσουμε το ξένο που ο Γαβριήλ αποκαλύπτει μέσα από ένα οικείο χώρο.
Είναι προφανές ότι τίποτα δεν μπορεί να σκιάσει σημασιολογικά, αυτό το επικλητικό εγχείρημα. Ο καλλιτέχνης ανασύρει και προβάλλει ένα μνημονικό θραύσμα. Το επιτυγχάνει μετατοπίζοντάς το στη σφαίρα του μεταφυσικού αγνοώντας κάθε άλλου τύπου αναγωγή που θα καθιστούσε την αφήγηση ένα καθαρά κυριολεκτικό εγχείρημα.
Στην περίπτωση του Γαβριήλ αυτό θα μπορούσε να είναι το ξένο, το διακριτό που το οικείο εγκολπώνεται. Είναι ο ξένος χώρος – στην ουσία πρόκειται για κενότητα – που καλείται να φιλοξενήσει το επινοημένο μοτίβο.
Είναι παράλληλα και ξένος χρόνος. Ό,τι εικονίζεται τοποθετείται μέσα στο άχρονο. Μόνο έτσι ο Γαβριήλ επιτυγχάνει τη διαχείριση της μνήμης «που πληγώνει». Το ξένο, στην περίπτωσή του, δεν είναι άλλο από μια νέα αντίληψη των στοιχειωδών διαστάσεων του χρόνου και του χώρου που λειτουργούν και ως προϋπόθεση μιας νέας συνθήκης του εικονίζειν.
To «Μπελαπάις» είναι τοπίο en suspension. Η αιώρησή του είναι ενδεικτική της πρόθεσης του καλλιτέχνη να αποδεσμεύσει το κατεχόμενο τμήμα της πατρίδας του από μια συνθήκη καταστολής και δέσμευσης συνάμα.
Δια της ανάτασης ο Γαβριήλ ξορκίζει το κακό. Το γειωμένο απολύει τη βαρύτητα του με αποτέλεσμα το κόσμιο να γίνεται απόκοσμο. Στο σημείο αυτό έγκειται η σημασία του έργου. Στη μετακύλιση του πραγματικού στη σφαίρα του φανταστικού.
Ο καλλιτέχνης πραγματεύεται το ζήτημα της εκρίζωσης και τη δυνατότητα διαχείρισής της μέσα από μια γλαφυρή εικονοποιία. Καμιά αλλοίωση δεν επιδέχεται ο εικονιζόμενος χώρος. Όλα στη θέση τους, παραδομένα σε ένα πάγωμα. Μια ισχυρή αντίσταση στη λήθη και στη νέκρωση της εθνικής ευθύνης και συνείδησης.
Με μια λιτή, λυρική και πυκνή σε αντηχήσεις γραφή ο Silvio d’Arzo στο διήγημά του «Το σπίτι των άλλων» αναπτύσσει ένα στοχασμό πάνω στη μοναξιά και την απόγνωση μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Σύμφωνα με το συγγραφέα ό,τι μας αποκόπτει από την ουσία της ζωής και ό,τι μας στερεί τη χαρά της, αυτό το ίδιο μας εισάγει σε ένα κόσμο κενότητας. Η ύπαρξη με άλλα λόγια απολύει το έρμα της. «Αβαρής» πλέον και ανυπόστατη πλανιέται σε ένα κόσμο χωρίς σημάνσεις.
Στο επίμετρο το βιβλίου κατατίθεται εμφατικά το περιεχόμενο μιας τέτοιας ψυχο-συνθήκης και επισημαίνεται ότι κάθε αποτελμάτωση είναι συνώνυμη υπαρκτικής αυτοπαραίτησης. Η Δήμητρα Δότση, στο επίμετρο του βιβλίου, σχολιάζοντας το βεβαρημένο κλίμα μιας ορεινής ιταλικής κοινότητας κάνει λόγο για «ένα τοπίο μετέωρο, ασάλευτο, βυθισμένο σε έναν αχρονικό χειμώνα.
Η φύση γίνεται καθρέφτης της ψυχής. Μέσα σε αυτό το ισοβίως ακίνητο σκηνικό όλα περιορίζονται στο ρυθμό, στις ανάσες: δεν υπάρχει πλοκή με την παραδοσιακή έννοια, δεν υπάρχει ιστορία, σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει, κι ό,τι συμβαίνει λέγεται με μισόλογα, με σιωπές και υπαινιγμούς». Αξιόλογη και ιδιαίτερη η πιο πάνω προσέγγιση.
Στον αντίποδα των θεωρήσεων που προανέφερα, η έννοια της αιώρησης προτάσσεται από τον Ιταλό συγγραφέα ως καθαρή ακύρωση του χρόνου και του τόπου παράλληλα. Σύμφωνα με τον d’ Arzo, μια αφόρητη ζωή καταργεί το οικείο, το αίσθημα του ανήκειν και την ανάγκη για συλλογικότητα. Μια υπαρξιακή αποξένωση θεμελιώνεται οδηγώντας τον άνθρωπο στην απέραντη σιωπή του κενού.
- Silvio d’Arzo, Το σπίτι των άλλων, μτφρ.&επιμ. Δήμητρα Δότση, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2025.
- Χρίστος Γιανναράς, Αλφαβητάρι της πίστης, Ίκαρος, Αθήνα, 2016.
- Ανδρέας Μπρετόν, Υπερρεαλισμός και ζωγραφική, μτφρ. Στ. Ν. Κουμανούδης, Ύψιλον, Αθήνα, 1981.
Ελεύθερα, 10.05.2026