Η πρόσφατη, βαθιά πληγή που άνοιξε στην κοινωνική μας συνείδηση με τον τραγικό χαμό των δύο νέων κοριτσιών στην Ηλιούπολη, μας ανάγκασε να κοιτάξουμε με τρόμο το υπαρξιακό κενό και την αβάσταχτη μοναξιά που μπορεί να κρύβεται πίσω από μια τέλεια βιτρίνα. Όμως, πριν προλάβει καν να στεγνώσει το μελάνι της συλλογικής μας θλίψης, η επικαιρότητα μετατοπίστηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο ετήσιο τηλεοπτικό πανηγύρι της Eurovision, αναδεικνύοντας τις δύο αντίρροπες δυνάμεις που παλεύουν αυτή τη στιγμή μέσα στην κοινωνία μας: από τη μία, την άγρια ανθρωποφαγία του ψηφιακού όχλου και από την άλλη, μια ισχυρή, αν και συχνά σιωπηλή, τάση συμπερίληψης και ουσιαστικής στήριξης.

Το σκηνικό της έντασης στήθηκε γύρω από δύο νέους ανθρώπους που κατέθεσαν την αλήθεια τους στη σκηνή της Βιέννης. Από τη μία, ο Akylas, ο οποίος με το «Ferto» μετέτρεψε μια μουσική εμφάνιση σε μια συγκλονιστική, προσωπική εξομολόγηση για τις θυσίες της μητέρας του, και από την άλλη, η Αντιγόνη, η οποία ξεσήκωσε το κοινό με το «Jalla», ενσωματώνοντας με περηφάνια τις κυπριακές της ρίζες. Η εικόνα της Αντιγόνης να επιστρέφει στο αεροδρόμιο της Λάρνακας με δάκρυα στα μάτια, ζητώντας συγγνώμη από τον κόσμο για τη 19η θέση, έγινε αμέσως το «δόλωμα» για το ψηφιακό εκτελεστικό απόσπασμα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Χιλιάδες πληκτρολόγια πήραν φωτιά για να ισοπεδώσουν, να χλευάσουν και να κανιβαλίσουν δύο παιδιά που απλώς τόλμησαν να εκτεθούν και να προσπαθήσουν.

Όμως, η ισοπέδωση δεν είναι η μόνη αλήθεια και θα ήταν άδικο να χαρίσουμε ολόκληρη την κοινωνία μας στις κραυγές του όχλου. Δίπλα στην τοξικότητα των clicks, υπάρχει μια άλλη, βαθιά ελπιδοφόρα πραγματικότητα. Τις ίδιες ακριβώς ώρες που το μίσος ξερνούσε στις οθόνες, χιλιάδες άλλοι συμπολίτες μας, σκεπτόμενοι άνθρωποι, υγιείς σχολές σκέψης, εκπαιδευτικοί και γονείς, δημιούργησαν ένα τεράστιο κύμα προστασίας και αποδοχής. Ήταν οι άνθρωποι που έσπευσαν να αποθεώσουν την Αντιγόνη για την αυθεντικότητά της, που εξήγησαν ότι καμία συγγνώμη δεν οφείλεται για μια τίμια προσπάθεια, και που αγκάλιασαν τον Akyla για το θάρρος του να μιλήσει για τον πιο ιερό ανθρώπινο δεσμό. Αυτή η αντανακλαστική αντίδραση υγιών τμημάτων της κοινωνίας αποδεικνύει ότι τα αντανακλαστικά της ενσυναίσθησης είναι ζωντανά και ισχυρά.

Αυτή η σύγκρουση των δύο κόσμων είναι που καθορίζει το μέλλον της νέας γενιάς. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο κόσμος της βιτρίνας, της απαίτησης για μια κούφια τελειότητα, όπου η αξία του ανθρώπου μετριέται μόνο με την πρωτιά, το «άριστα» και το ψηφιακό χειροκρότημα. Από την άλλη πλευρά, γεννιέται μια σιωπηλή επανάσταση που αρνείται να ακολουθήσει το κυρίαρχο αφήγημα του κυνισμού. Πρόκειται για ανθρώπους που επιλέγουν συνειδητά τη συμπερίληψη, που κατανοούν ότι η αποτυχία και η 19η θέση είναι μέρος της ζωής και της εξέλιξης, και που παλεύουν καθημερινά, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, να δημιουργήσουν ασφαλή καταφύγια για τα παιδιά μας.

Όταν ένας έφηβος μεγαλώνει βλέποντας μόνο την αρένα του bullying, απομονώνεται και πνίγεται. Όταν όμως του δείχνουμε ότι υπάρχει και ο άλλος δρόμος, αυτός που δεν σε κρίνει από το αποτέλεσμα αλλά σε εκτιμά για τον κόπο σου, του δίνουμε το δικαίωμα να ανασάνει. Η ελπίδα, λοιπόν, δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι οι γονείς που επιλέγουν να ρωτήσουν το παιδί τους «πώς νιώθεις» αντί για «τι βαθμό πήρες», είναι οι παρέες των νέων που αποδέχονται τη διαφορετικότητα χωρίς όρους, και είναι οι κοινότητες που στηρίζουν τον ευάλωτο αντί να τον ποδοπατούν.

Η Αντιγόνη δεν χρωστούσε καμία συγγνώμη, και η θερμή αγκαλιά που εισέπραξε από τη σκεπτόμενη πλειοψηφία ήταν η καλύτερη απάντηση στον όχλο. Αν θέλουμε να αποτρέψουμε την επόμενη τραγωδία, οφείλουμε να ενισχύσουμε αυτές ακριβώς τις υγιείς εστίες σκέψης. Πρέπει να σταματήσουμε να δίνουμε χώρο και σημασία στις τοξικές φωνές και να στρέψουμε το βλέμμα μας σε όσα ενώνουν, συμπεριλαμβάνουν και θεραπεύουν. Καμία πρωτιά και κανένα «άριστα» δεν αξίζει όσο ένας άνθρωπος που νιώθει ασφαλής να υπάρχει, να προσπαθεί και να αποτυγχάνει, ξέροντας ότι η κοινωνία γύρω του δεν είναι ένας μηχανισμός που θα τον κατασπαράξει, αλλά ένα δίχτυ που θα τον κρατήσει όρθιο. Η επιλογή ανάμεσα στο σκοτάδι του όχλου και στο φως της αποδοχής είναι καθημερινή και ξεκινά από τον τρόπο που μιλάμε, που κρίνουμε και που αγαπάμε, μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.